Τετάρτη, 08 Απριλίου 2020

Ευκολίες για το ευρωομόλογο

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Δεν εΟ επικεφαλής του συμβουλίου των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, Μάριο Σεντένο, στη φωτογραφία με την οποία ανακοίνωσε την αναβολή για την Πέμπτη του Eurogroup. Δεν εΟ επικεφαλής του συμβουλίου των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, Μάριο Σεντένο, στη φωτογραφία με την οποία ανακοίνωσε την αναβολή για την Πέμπτη του Eurogroup. twitter

H συζητηση για το κορωνοομόλογο γίνεται, ακόμα μια φορά, απολίτικα. Δεν είναι εκείνοι που το θέλουν οι «καλοί», ούτε είναι «κακοί» αυτοί που δεν το θέλουν. Η διαπραγμάτευση στο Eurogroup με απλά λόγια.

Η διαπραγμάτευση για τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών χωρών, είναι ακόμα σε εξέλιξη.

Η μέχρι σήμερα συζήτηση γίνεται, πάλι, σε ένα πεδίο ηθικής που καταλήγει να είναι απολιτική. Οι «καλοί» που το θέλουν και οι «κακοί» που δεν το θέλουν. Ή, οι ακόμα πιο προωθημένοι, αυτοί που το θέλουν είναι οι πιο ευρωπαϊστές, ενώ οι άλλοι, λιγότερο...

Οι δύο επιλογές είναι: ή ευρωομόλογο ή δανεισμός μέσω ESM, κυρίως, αλλά με μνημόνιο (μάλλον κάπου στη μέση θα βρεθεί η λύση).

Το ευρωομόλογο σημαίνει ότι η ΕΕ (Ευρωζώνη) θα βγει στις αγορές και θα δανειστεί μέσω της έκδοσης ενός ομολόγου στο όνομα και με τη φερεγγυότητα του συνόλου των κρατών της, δηλαδή των πλέον φερέγγυων, ελπίζοντας σε ένα καλό επιτόκιο, γύρω στο 2%. Αν βγει για δανεισμό η κάθε χώρα χωριστά στις αγορές, θα πετύχει διαφορετικό επιτόκιο η καθεμία, από 0,5% έως 4, 5, 6% και βάλε.

Γιατί αυτό; Προφανώς γιατί κάθε χώρα έχει διαφορετική πιστοληπτική φερεγγυότητα.

Και πώς την κατέκτησε αυτή τη φερεγγυότητα;

Πάλι προφανώς, με την οικονομική πολιτική που ακολούθησε για πολλά χρόνια, βελτιώνοντας τους δείκτες της οικονομίας της και αποσπώντας μια καλή αξιολόγηση από τους σχετικούς οίκους που το κάνουν. Αυτό, συχνά, έχει επιτευχθεί με περικοπές σε δαπάνες, με καθηλώσεις μισθών για κάποιες περιόδους, με εξορθολογισμό κάποιων λειτουργιών, με μεταρρυθμίσεις δύσκολες και όχι άμεσα ανταποδοτικές, με επιλογές όχι πάντα (εκλογικά) εύκολες κ.ά.

Γιατί κάποιες άλλες χώρες δεν έχουν αυτή τη φερεγγυότητα ώστε να δανείζονται με χαμηλό κόστος; Ξανά προφανώς, γιατί δεν έκαναν όλα τα παραπάνω και για άλλους σχετικούς λόγους.

Παίζει ρόλο το μέγεθος της χώρας, της οικονομίας; Όχι ευθέως. Η Γερμανία είναι μεγάλη χώρα –και οικονομία–, η Ολλανδία δεν είναι, αλλά και οι δύο είναι «φερέγγυες», δηλαδή μπορούν να δανειστούν χαμηλότοκα. Η Ιταλία είναι μεγάλη οικονομία αλλά δεν μπορεί.

Αν λοιπόν η ΕΕ δανειστεί από τις αγορές συλλογικά, θα πετύχει καλό επιτόκιο. Καλό, όμως, μόνο για όσους θα πλήρωναν μεγαλύτερο αν δανείζονταν μόνες τους. Κάποιες θα πληρώσουν μεγαλύτερο μέσω ευρωομολόγου από όσο αν δανείζονταν μόνες τους.

Οι χώρες αυτές καλούνται να χάσουν, για να βοηθήσουν τις άλλες που θα κερδίσουν μέσω αυτής της επιλογής.

Αν ο δανεισμός γίνει μέσω ESM (και άλλων εργαλείων της ΕΕ) θα πρέπει να δεσμευτούν για κάποιους όρους αποπληρωμής, δηλαδή να υπογράψουν κάποιου είδους μνημόνιο – που δεν θέλουν.

Το 2010, ως γνωστόν, η Ελλάδα δεν μπορούσε να βγει στις αγορές γιατί έπρεπε να πληρώνει επιτόκια κοντά στο 8%. Δανείστηκε από την ΕΕ και το ΔΝΤ με 1,5%, δηλαδή κέρδισε 6,5%, αλλά αυτό σήμαινε μνημόνιο.

Γιατί δεν μπορεί να καταλήξει εύκολα η ΕΕ; Μα γιατί δεν έχει προχωρήσει η ενοποίησή της, με κοινή οικονομική πολιτική και πολλές άλλες «κοινές», καταστατικές δεσμεύσεις. Δηλαδή αν η ΕΕ είχε υιοθετήσει το λεγόμενο ευρωσύνταγμα όλα θα ήταν διαφορετικά, τώρα, αλλά και έως τώρα.

Όλοι αυτοί που καταγγέλλουν τις χώρες του Βορρά, αυτές που είναι «φερέγγυες» και δεν δείχνουν αλληλεγγύη στις μη φερέγγυες, ήταν αντίθετοι με την ψήφιση του ευρωσυντάγματος, γιατί ήταν, λέει, πολύ φιλελεύθερο. Ήθελαν, για να ψηφιστεί ένα ευρωπαϊκό σύνταγμα, αυτό να τείνει, τουλάχιστον, προς το... σοσιαλισμό, αλλιώς καλύτερα να μέναμε με το παλιό, δηλαδή με αυτό που ισχύει μέχρι σήμερα. Το προτεινόμενο τότε σύνταγμα ήταν προϊόν ενός συμβιβασμού μεταξύ των μεγαλύτερων πολιτικών ομάδων του Ευρωκοινοβουλίου και συγκέντρωνε μια ευρεία πλειοψηφία στο επίπεδο αυτό.  

Όμως, το σύνταγμα αυτό δεν προχώρησε.

Ποιοι το πολέμησαν; Οι αντιευρωπαϊστές, οι ευρωσκεπτιστές, διάφορα ακροδεξιά, εθνικιστικά και λαϊκιστικά ή αριστερά κόμματα και μεμονωμένοι πολιτικοί από τον σοσιαλδημοκρατικό κυρίως χώρο – και όταν αυτό καταψηφίστηκε στα δύο δημοψηφίσματα που έγιναν τότε η διαδικασία πάγωσε.

Τι θα είχε συμβεί αν είχαμε ένα τέτοιο σύνταγμα; Αν το είχαμε, όχι απλώς σήμερα, αλλά από τότε έως σήμερα;

Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα, αλλά ευλόγως μπορεί να πιθανολογήσει ότι μάλλον τα πράγματα θα ήταν καλύτερα, δηλαδή θα είχε μπει μπροστά η διαδικασία σταδιακής σύγκλισης πολιτικών και σιγά σιγά και των οικονομιών. Φυσικά δεν θα είχαμε... σοσιαλισμό, ούτε θα ήμασταν πιο κοντά από όσο είμαστε σήμερα. Πάλι οι ίδιοι, πάνω-κάτω, συσχετισμοί στα όργανα της ΕΕ θα υπήρχαν, αλλά θα είχαν νέα θεσμικά όργανα που θα οδηγούσαν προς τη σύγκλιση. Αργά ναι, αλλά προς τα εκεί...

Στην Ελλάδα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ήταν γενικά υπέρ, ο ΣΥΝ ήταν κατά, με μόνη εξαίρεση την ανανεωτική πτέρυγά του υπό τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Τι δεξιό δεν τον λέγανε, τι ευρωλιγούρη, δεν λέγεται... Τώρα λένε ότι η ΕΕ δεν μπορεί να αποφασίσει. Μα αυτό είναι το θεσμικό της πλαίσιο, έτσι παίρνονται οι αποφάσεις.

Αλληλεγγύη δεν σημαίνει κάποιοι να κάνουν –μονίμως– δώρα σε κάποιους άλλους.

Η αλληλεγγύη αποκτά νόημα εντός ενός συνεκτικού πλαισίου όπου όλοι κερδίζουν και στη δύσκολη συγκυρία η ζυγαριά γέρνει υπέρ κάποιων που δυσκολεύονται περισσότερο.

Η ΕΕ, και ειδικά οι χώρες της ευρωζώνης, πορεύονται με αυτό το καταστατικό πλαίσιο, με αυτά τα θεσμικά εργαλεία – και αυτό παράγει, χρόνια τώρα, μια γενικότερη αμηχανία λόγω της πολιτικής ρευστότητας και των εθνικιστικών τάσεων, χωρίς να ξεκινούν κάποιες πρωτοβουλίες για την επαναφορά των διαδικασιών σύγκλισης, για νέο σύνταγμα, για νέους θεσμούς και σε άλλα πεδία της πολιτικής διεύθυνσης της ΕΕ.  

Η συζήτηση για ένα ευρωομόλογο είναι νομιμοποιημένη, όχι γιατί είναι «ανήθικο» κάποιοι που έχουν να μη δίνουν σε κάποιους που δεν έχουν, αλλά γιατί στη συγκυρία αυτή η πολύ δύσκολη κατάσταση κάποιων ευρωπαϊκών οικονομιών και το πιθανολογούμενο βάθος της κρίσης συνολικά μπορεί να συμπαρασύρει και τις πιο εύρωστες οικονομίες, και να χάσουν όλοι.

Όμως, πρέπει να εκτιμηθεί το κόστος της σωτηρίας όλων, πόσο θα επιβαρυνθεί η κάθε χώρα που θα πληρώσει παραπάνω, από πού και πότε θα πληρωθούν τα δανεικά, και πιο πολύ ακόμα πώς θα διαχειριστεί η κάθε χώρα στο εσωτερικό της τις όποιες πολιτικές επιπτώσεις θα φέρει η λύση που θα επιλεγεί. Αν, δηλαδή, αυτή η λύση ενισχύσει ή όχι τα εθνικιστικά, ακροδεξιά ή αντιευρωπαϊκά κόμματα. Γιατί η Ευρώπη, εκτός από το σήμερα, πρέπει να δει και το αύριο. Προφανώς δεν αφήνει αδιάφορους για το μέλλον της ΕΕ μια πιθανή ενίσχυση και εκλογή της Λεπέν στη Γαλλία, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει τη Γαλλία εκτός ΕΕ, ή ανάλογες ανατροπές στη Γερμανία ή την Ολλανδία.

Οι φόβοι αυτοί, δεν τελειώνουν στους υπολογισμούς της Μέρκελ ή του Μακρόν ή του Ρούτε. Απαντήσεις σε αυτά πρέπει να αναζητούν όλοι όσοι ενδιαφέρονται για το μέλλον της ενωμένης Ευρώπης, της μεγαλύτερης κατάκτησης της μεταπολεμικής Ευρώπης.

Εκτός από την Ελλάδα, ούτε για την Ευρώπη άκουσα να ευδοκιμούν τα λεφτόδεντρα.

Το δωρεάν στη φύση, όπως και στην Ευρώπη, δεν υπάρχει. Ποτέ δεν υπήρξε.

Σάκης Κουρουζίδης

Διδάκτορας Γεωφυσικής, εργάστηκε στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Αστεροσκοπείου Αθηνών ενώ επί χρόνια υπήρξε διευθυντής της Διευθύνσεως Υποστήριξης Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Δρων οικολόγος, διετέλεσε διευθυντής των περιοδικών Νέα Οικολογία και Δαίμων της Οικολογίας. Ίδρυσε και διεύθυνε την Ευώνυμο Οικολογική Βιβλιοθήκη στην οποία έχει εκδώσει πολλά βιβλία.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά