Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

Για τις (ακρο)δεξιές πολιτικές της ταυτότητας

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες Δοκίμια web only Κοινωνία Ιδέες
Karen Haydock, Human Freedom. 2010. Karen Haydock, Human Freedom. 2010. Socialist Art

 

Η ταυτότητα ως συλλογικός εγωισμός και υποκειμενισμός οδηγεί, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στην ακροδεξιά ταυτοτική γραμμή. Μια παρέμβαση του Νικόλα Σεβαστάκη.[1]

«la grande recomposition politique a commencé»

«Ce réveil des peuples est historique. Il marque la fin d’un cycle. Le vent de l’histoire a tourné».

Μαρίν Λεπέν, 5 Φεβρουαρίου 2017, Συνέδριο της Λυών

 

 

1.

Έτυχε αυτές τις μέρες που σκεφτόμουν το θέμα της εισήγησης να διαβάζω την εξαιρετική, πολυσέλιδη σύνθεση του Βρετανού ιστορικού Ρίτσαρντ Έβανς για την Ευρώπη του μακρού δέκατου ένατου αιώνα[2]. Η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος έχει για μένα προσωπικά πρόσθετο ενδιαφέρον επειδή, στα πλαίσια των μαθημάτων πολιτικής θεωρίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, έχω αναλάβει ένα μάθημα για την πολιτική φιλοσοφία τον 19ο αιώνα, μάθημα που ασχολείται με τις βασικές συλλογιστικές για το πολιτικό σε αυτή την εποχή των μεγάλων μετασχηματισμών του κόσμου. Διαβάζοντας  λοιπόν τον Έβανς διαπίστωσα για άλλη μια φορά, την απόσταση που έχουν οι αφαιρέσεις της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας από την πυκνή ύφανση των επιμέρους ιστοριών που συναρμολογούν την νεωτερική Ευρώπη. Οι αφαιρέσεις στις οποίες, υποχρεωτικά, πρέπει να αποταθεί κανείς για την πολιτική σκέψη έχουν αντίβαρο ένα περιπτωσιολογικό χάος όπου αναμιγνύονται και αλληλεπιδρούν η δημογραφία, οι τεχνολογίες, οι ρυθμοί αστικής και αγροτικής ανάπτυξης ή τα ρεύματα ιδεών στη σφαίρα της κουλτούρας. Όταν, πάλι τον τελευταίο χρόνο, έψαχνα υλικό για το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» στη Γαλλία, πάλι αισθάνθηκα αυτή την ένταση ανάμεσα στις ερμηνείες που εντάσσονται στην πολιτική σκέψη και στους χάρτες των δημογράφων ή των κοινωνικών γεωγράφων που αναζητούν το ανάγλυφο του Κινήματος αυτού και τα ερείσματά του στον πραγματικό χώρο. Για παράδειγμα, σε σχέση με τα Κίτρινα Γιλέκα, ο δημογράφος Hervé le Bras έφτιαξε ένα χάρτη της Γαλλίας εντοπίζοντας τη μεγαλύτερη επιρροή τους στους νομούς που είναι οι πλέον αγροτικοί και αραιοκατοικημένοι[3]· όπου, προφανώς, καθίσταται απαραίτητη η χρήση του αυτοκινήτου για την εξυπηρέτηση των πολιτών, εφόσον δημόσιες υπηρεσίες, κέντρα υγείας ή άλλου είδους αστικές υποδομές απέχουν αρκετά. Εξ ου και η τιμή των καυσίμων, σε αυτές τις περιοχές, είναι ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα για τους κατοίκους με μέση ή μικρή αγοραστική δύναμη και αυτό, όπως ξέρουμε, στάθηκε η πρωταρχική αφορμή της πρώτης κινητοποίησής τους. Αν όμως οι κάτοικοι των αραιοκατοικημένων περιοχών ζητούν μεγαλύτερη και πιο πυκνή παρουσία του κράτους και των υπηρεσιών του (πράγμα που περνάει μέσα από την αύξηση της φορολογίας), άλλοι τομείς των Κίτρινων Γιλέκων ζητούν μείωση των φόρων και επομένως, όπως επισημαίνει ο ερευνητής, εδώ υπάρχει μια αντίφαση.

Προφανώς δεν κάνω αυτές τις προλογικές παρατηρήσεις τυχαία. Νομίζω ότι και για το ζήτημα της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη, αυτός που κινείται πέρα από το επίπεδο των χαρτογραφήσεων ανά χώρα ή περιοχή, αντιμετωπίζει πολλές παρόμοιες δυσκολίες. Η σκέψη για τη δημοκρατία, την πολιτική κουλτούρα, τη Δεξιά και την Αριστερά κλπ. πετάει, συχνά, σε μεγάλα ύψη και, έτσι, της διαφεύγουν κρίσιμες λεπτομέρειες και μεταβλητές της πραγματικότητας. Διότι, όπως είναι λογικό, το πεδίο μας εκτείνεται σε πολύ διαφορετικές γεωγραφίες, θεσμικές κουλτούρες, ιστορικά και πολιτισμικά ριζώματα. Πώς να βάλει κανείς στο ίδιο πλάνο ανάλυσης την Εσθονία και την Ισπανία, την Ελλάδα και τη Γαλλία, την Ελβετία ή την Ουγγαρία;

Σε ό,τι ακολουθεί θα σταθώ λοιπόν κυρίως σε αυτό που μου φαίνεται πως συνιστά βασική κλίση της ολότητας των ριζοσπαστικών δεξιών σχηματισμών που παίζουν, μικρότερο ή μεγαλύτερο, ρόλο στο πολιτικό τοπίο κάμποσων ευρωπαϊκών χωρών τα τελευταία χρόνια: μια οπτική για τον κίνδυνο, την περικύκλωση και την αλλοίωση. Αυτό το «παίζουν ρόλο» θέλει κάποια διευκρίνιση: εκτός από τις εκλογικές καταγραφές στις διάφορες αναμετρήσεις (δημοτικές, τοπικές, εθνικές, ευρωπαϊκές) που και εκεί διαπιστώνουμε σοβαρές διακυμάνσεις ποσοστών και φαινόμενα αιφνίδιας εκτίναξης και γρήγορου ξεφουσκώματος[4], υπάρχει από χρόνια η εκτεταμένη σφαίρα της διαδικτυακής ακροδεξιάς με τις δικές της δεξαμενές σκέψης, μια πληθωρική ιδεόσφαιρα που περιλαμβάνει από αντιευρωπαίους εθνο-κυριαρχιστές μέχρι οπαδούς της Λευκής Ευρώπης και από αποκλειστικά στραμμένους στην πάλη κατά του Ισλάμ μέχρι υπερασπιστές μιας γενικότερης πολιτισμικής αναστροφής. Συχνά, ένα μικρό εκλογικό αποτύπωμα συνυπάρχει με την άνθιση των δημόσιων λόγων της ακροδεξιάς,  λόγων που, όπως θα πω παρακάτω, έχουν σημαντικές συνέπειες[5].

Παρά την ποικιλία λοιπόν που επικρατεί στις επιμέρους (ακρο)δεξιές, μπορούμε να αναγνωρίσουμε θεμελιώδη κοινά:

Όλες οι μορφές μη φιλελεύθερης, ριζοσπαστικής ή εναλλακτικής Δεξιάς και Ακροδεξιάς –διευρύνω εδώ– κληρονομούν από τις παλαιές αντιδιαφωτιστικές και εθνορομαντικές μήτρες την ιδέα ότι η κοινωνία είναι περισσότερο ζωντανός οργανισμός και ότι η εθνική προτίμηση (préférencenationale) είναι ζωτικός όρος για  μια υγιή και ακμαία κοινότητα. Στον κοινό πυρήνα είναι επίσης, η αντιμεταναστευτική τοποθέτηση και η άρνηση της πολυπολιτισμικότητας σε όλες της τις εκδοχές. Δεν εξετάζονται, ας πούμε, οι διαφορές μεταξύ των ποικίλων μοντέλων πολυπολιτισμικότητας όπως και το πώς αρθρώνονται με διαφορετικές πολιτικές αποφάσεις αλλά απορρίπτεται συλλήβδην την εθνοπολιτισμική ετερογένεια ως φορέας εξασθένισης και γενικότερης παρακμής.

Στη βάση αυτής της οργανικής, εθνοκεντρικής και  ξενοφοβικής θεμελιώδους κοινής τοποθέτησης μπορούμε στη συνέχεια να δούμε σημαντικές παραλλαγές πολιτικής: πιο κλασικά συντηρητικές (ζήτηση τάξης), πιο κρατικιστικές (προστατευτικές δημόσιες πολιτικές εναντίον της «φιλελεύθερης απορρύθμισης») ή, σε κάποιες περιπτώσεις, και «νεοφιλελεύθερες» με τους όρους αυτού που ένας μελετητής έχει αποκαλέσει ηδονιστικό φιλελευθερισμό της ασφάλειας[6]. Εδώ, ας πούμε μπορούμε να εντάξουμε τους σχηματισμούς των χρόνων του 2000 στην Αυστρία (το κόμμα του Ηeider), στην Ελβετία, το Κόμμα της Προόδου στη Νορβηγία ή το Fremskridpartei στη Δανία. Οι αποκλίνοντα πολιτικά προγράμματα στις διάφορες εθνικές παραλλαγές της (ακρο) δεξιάς, δεν πρέπει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι οι κοινοί άξονες είναι επουσιώδεις. 

                                                          

 

2.

Δικαιούμαστε όμως να αναφερόμαστε σε ακροδεξιές πολιτικές της ταυτότητας; Μήπως έτσι μπερδεύουμε τους όρους της συζήτησης, επειδή οι πιο διάσημες στη δημόσια συζήτηση identity politics καλύπτουν κατά κανόνα δικαιωματικές, μειονοτικές και πολυπολιτισμικές ευαισθησίες- ευαισθησίες, ως γνωστόν, απορριπτέες μετά βδελυγμίας σε όλα τα μήκη και πλάτη των δεξιών ριζοσπαστισμών; Απαντώ, όχι. Διότι συστατικό στοιχείο της ακροδεξιάς σε όλες της τις εκφάνσεις είναι να επιδιώκει να ορίσει ηγεμονικά τη συλλογική ταυτότητα εκάστου λαού παρουσιάζοντας διάφορα απειλητικά υποκείμενα –διαχρονικά– ως εχθρικά και διαλυτικά για αυτή την ταυτότητα. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν πολλές αναλύσεις που τοποθετούν την ακροδεξιά identity politics στην υπεράσπιση του λευκού, γηγενούς, πληθυσμού της Ευρώπης απέναντι στους μετανάστες με προέλευση εξωευρωπαϊκή. Αυτή η νατιβιστική/ εθνιστική και εντέλει ρατσιστική διάσταση είναι προφανώς σημαντική και από κάποιους αναλυτές θεωρείται πια κυρίαρχη. Ο Κας Μούντε, για παράδειγμα, επιμένει κατά κόρο στη σημασία που έχει ο νατιβισμός για τη σύλληψη των δεξιών ριζοσπαστισμών, τοποθετώντας σε χαμηλότερο επίπεδο τη χρησιμότητα της έννοιας του λαϊκισμού[7].

Θέλω όμως εδώ να σταθώ σε μια άλλη διάσταση στις ακροδεξιές πολιτικές ταυτότητας: στην αμφισβήτηση της έννοιας της πολιτικής κοινότητας νοούμενης ως αφηρημένη συμπερίληψη διαφορετικών υποκειμένων σε ένα πλαίσιο βασικών κοινωνικοπολιτικών αξιών. Για να γίνει κατανοητό αυτό που ισχυρίζομαι, θα αναφέρω το παράδειγμα ορισμένων συλλογισμών που έχουν ονομαστεί «φιλελεύθερος εθνικισμός». Και στους συλλογισμούς αυτούς η σχετική ομοιογένεια μιας κοινωνίας – θρησκευτική και πολιτισμική τουλάχιστον- θεωρείται ότι είναι η πιο κατάλληλη βάση για τους πολιτικούς θεσμούς της δημοκρατίας. Μερικοί φιλελεύθεροι εθνικιστές συνδέουν μάλιστα την κραταιά εθνική κοινότητα με την πρόοδο και την διασφάλιση της ατομικής αυτονομίας, με άλλα λόγια θεωρούν πως η σχετικά ομοιογενής εθνική κοινότητα είναι εχέγγυο για την καλύτερη λειτουργία των φιλελεύθερων αξιών σε επίπεδο ατόμων και θεσμών. Ωστόσο, οι φιλελεύθεροι εθνικιστές δεν αμφισβητούν την αξία της συμπεριληπτικής και ευρύχωρης πολιτική κοινότητα παρά ενδιαφέρονται για κοινωνικούς-πολιτισμικούς όρους που, κατά την κρίση τους, εγγυώνται την καλύτερη λειτουργία της πολιτείας, ασχέτως αν και ο δικός τους πολιτικός εθνικισμός μπορεί να εκτεθεί σε σοβαρή κριτική για άλλους λόγους όμως[8]. Στην (ακρο)δεξιά οπτική της ταυτότητας βλέπουμε αντιθέτως το παιχνίδι με μια κοινοτιστική και ιεραρχική σύλληψη του έθνους σύμφωνα με το οποίο μάλιστα η πολιτική εξουσία και έπειτα όλοι οι κοινωνικοί και εκπαιδευτικοί θεσμοί πρέπει να στρατεύονται ενεργά υπέρ μιας μερικής βούλησης· στη δική τους ταυτοτική γραμμή, υπέρ της «γηγενούς πλειονότητας» που κινδυνεύει από διάφορες μορφές εσωτερικής παρακμής και εξωτερικής εισβολής. Με άλλα λόγια, έχουμε εδώ έναν ιδιαίτερο τύπο identity politics οργανώνεται ως σφετερισμός και παραποίηση των κλασικών αρχών της λαϊκής κυριαρχίας, του σεβασμού στην πλειοψηφία, της ίδιας της δημοκρατικής, κοινωνικής νομιμοποίησης. Όταν, για παράδειγμα, οι Ελβετοί ακροδεξιοί υπερθεματίζουν υπέρ της άμεσης και τοπικής δημοκρατίας, όταν ο Σαλβίνι θεμελιώνει την αντιμεταναστευτική οπτική του στα δίκαια της πληττόμενης εργαζόμενης πλειοψηφίας, όταν η Μαρίν Λεπέν φτάνει να προσεταιρίζεται μια κλασικά διαφωτιστική και φεμινιστική κριτική στα καταπιεστικά ήθη απλώς για να χτίσει τον δικό της αδιαφοροποίητο αντι-Ισλάμ λόγο, έχουμε διαφορετικές όψεις αυτής της μετάπλασης που είναι διαστροφή και παραποίηση: διότι το θεμέλιό της είναι η εθνική προτίμηση ως εθνοτική/ αυτοχθονική βούληση κυριαρχίας και θεσμοποίησης διαχωρισμών. Ακόμα και όταν κάποιοι λένε ότι υπερασπίζονται το κράτος δικαίου, η ταυτοτική γραμμή απογυμνώνει το κράτος δικαίου από την πλούσια κανονιστική του ιστορία για να το μετατρέψει σε κράτος-εργαλείο μιας βούλησης κυριαρχίας και αποκλεισμών.

 

 

                                 3.                                                              

Σύμφωνα με μια ανάλυση, η ταυτοτική γραμμή συνιστά απλώς μια προσπάθεια πολιτισμικής ηγεμονίας, έναν «γκραμσισμό της Δεξιάς» που στόχο έχει να απαλλάξει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες από τις φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές και αριστερές τους παραδόσεις και μνήμες. Στον πυρήνα αυτού του δεξιού γκραμσισμού είναι ένας μετα-πολιτικός αγώνας για την αλλαγή κοσμοαντιλήψεων, ερμηνειών και συναισθημάτων που, υποθετικά, ηγεμονεύονται από μια φιλελεύθερη, διεθνιστική και υλιστική σύλληψη της ζωής[9].  Προτείνω εδώ να δούμε τη αιχμή της ταυτοτικής γραμμής ως κάτι πιο εντοπισμένο: ως σύγχρονη εκδοχή της απόρριψης του πολιτικού έθνους, απόρριψη που αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της ριζοσπαστικής, αντιφιλελεύθερης δεξιάς ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, για να μην πάμε πίσω στην εποχή του Ρομαντισμού. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, τόσο η απόρριψη των πολιτικών δυνατοτήτων της Ευρώπης, στο όνομα ενός αγώνα εναντίον του globalism, παγκοσμισμού, όσο και η απογύμνωση του συμπεριληπτικού εθνικού κράτους δικαίου[10] είναι δυο όψεις της ίδιας πλεύσης: δυο εκδοχές απόρριψης του πολιτικού έθνους, του έθνους ως πολιτικής κοινότητας που από τον Καντ μέχρι τον Ζαν Ζωρές, ήταν συγχρόνως ένα έθνος στην υπηρεσία ενός ευρύτερου σχεδίου, μιας ανώτερης, ηθικοπολιτικά, ρυθμιστικής ιδέας[11]. Σε όλες, ας πούμε, τις παραδόσεις της δημοκρατικής νεωτερικότητας, ακόμα και στις πιο πατριωτικές, το έθνος λογοδοτούσε σε μια ιδέα της ανθρωπότητας, της οικουμένης ή έστω σε ένα σύστημα σκοπών που το υπερέβαινε, χωρίς κατ’ ανάγκην να το καταργεί. Αυτό που αναγεννιέται στους νέους εθνικισμούς/νατιβισμούς είναι ξανά η ιδέα ότι δεν υπάρχει, σε τελευταία ανάλυση, τίποτα άλλο πραγματικό πέραν του έθνους μας, πέραν των δικών μας ανθρώπων ή των δικών μας κοινοτήτων. O άνθρωπος είναι η κουλτούρα του και όλες οι υπόλοιπες πολιτικές κατασκευές είναι κούφιες μυθοπλασίες. Αυτός ο ακραίος πατριδοκεντρικός ρεαλισμός είναι συχνός σε όλες τις νέες δεξιές και τροφοδοτείται από την κρίση και την απαξίωση των υπερεθνικών και διεθνικών θεσμικών και πολιτικών μορφών[12].

Έτσι λοιπόν δεν υπάρχει «ανθρωπότητα» παρά μόνο ως ηθική μυθοπλασία, ως fiction, αυτό που μένει είναι μόνο λαοί-φυλές, λαοί-ουσίες, λαοί-ψυχές. Δεν μπορεί να μας δεσμεύει καμία ανώτερη ηθικοπολιτικά αρχή από το κυρίαρχο, αυτεξούσιο έθνος: εδώ έχουμε αυτό που είπα πριν παραποίηση/ διαστροφή σε σχέση με την παραδοσιακή απόδοση τιμών στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Πρέπει όμως να πούμε  ότι στη νεωτερικότητα η αρχή της λαϊκής κυραρχίας δεν είναι απόλυτη και δίχως όρια και ως προς τούτο οι σύγχρονοι ταυτοτικοί ακροδεξιοί αντλούν επιλεκτικά από όλες τις παραδόσεις αδιαμοίραστης λαϊκής εξουσίας, δηλαδή από τη ριζοσπαστική δημοκρατική παράδοση κόντρα στη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική παράδοση που επιζητεί οριοθετήσεις της λαϊκής κυριαρχίας.

Αν όμως ισχύει αυτό, τότε ποια θα ήταν μια πειστική απάντηση σε αυτή τη σφετεριστική στρέβλωση; Πριν περάσουμε όμως στις απαντήσεις, να επανέλθουμε στην πολλαπλότητα των λόγων της ακροδεξιάς μεγέθυνσης. Εδώ ισχύουν οι εθνικές ιδιαιτερότητες και έχει επίσης σημασία η περίσταση και η συγκυρία ή ακόμα και τα έκτακτα συμβάντα ως παράθυρα ευκαιρίας, για παράδειγμα τα μεγάλα τρομοκρατικά χτυπήματα και όλα τα επεισόδια τζιχαντιστικής βίας στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες. Δεν αρκεί νομίζω το γενικό, και σχεδόν ράθυμα επαναλαμβανόμενο σχήμα περί της οικονομικής κρίσης που «παράγει» τον φασισμό τότε, τις ακροδεξιές σήμερα. Για παράδειγμα, η εκτίναξη του ισπανικού Voxμέσα σε μόλις ένα-δυο χρόνια, αφού επί πέντε χρόνια από το 2013 είχε ανεπαίσθητη επίδραση στην ισπανική πολιτική ζωή, χρωστάει πολλά στην κρίση με την Καταλονία και στην ενεργοποίηση ενός παλαιού καστιλιάνικου εθνικιστικού συνδρόμου.  Σε άλλες περιπτώσεις όπως σε αυτή του Γαλλικού Εθνικού Μετώπου που ονομάζεται πλέον Εθνικός Συναγερμός, έχουμε αντίθετα μια αναπτυξιακή τροχιά ήδη από τη στροφή του 2000, όταν το 2002 ο Ζαν Μαρί Λεπέν θα περάσει στον β’ γύρο των Προεδρικών Εκλογών. Όμως το βασικό γεγονός στη γαλλική περίπτωση είναι η ιδεολογική ανασύνθεση που θα επιχειρήσει η Μαρίν Λεπέν αποκηρύττοντας παραδοσιακά στοιχεία του λεπενισμού, λόγου χάρη τον αντιεβραϊσμό, τον «νεοφιλελεύθερο» ρηγκανισμό στα  οικονομικά ή τον αντιφεμινισμό και υιοθετώντας μια κοινωνιο-προστατευτική, αντι-ισλαμική και πιο εθνικορεπουμπλικανική πλατφόρμα. Κυρίως όμως εμφανιζόμενη ως η έκφραση των ριγμένων της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και των απορρυθμίσεών της. Σε άλλες περιπτώσεις όπως στην Ιταλία με τη Lega και εν μέρει με το Κίνημα Πέντε Αστέρων, βασικά ζητήματα στάθηκαν η διαφθορά της διαχείρισης του Κατεστημένου, η απόρριψη των παλαιών πολιτικών ελίτ αι κυρίως της κεντροαριστεράς και συγχρόνως η μεταναστευτική/ προσφυγική κρίση και οι συγκρούσεις που φέρει στο φως ιδίως στις προβληματικές περιοχές του Νότου.

Για να δούμε και την άλλη Ευρώπη, όποιος ας πούμε έχει διαβάσει λίγο την σύγχρονη πολωνική Ιστορία -μια από τις πιο τραγικές και σπαραχτικές ιστορίες[13] – θα αντιληφθεί ότι η δυναμική που έχουν στη χώρα οι υπερσυντηρητικές, αντισημιτικές, αντικοσμοπολίτικες αντιλήψεις ριζώνει στον μακρύ χρόνο του διπλού φόβου για την καταπίεση από Γερμανία/ Ρωσία, σε ένα ισχυρό αγροτικό υπόστρωμα και στην πολιτισμική ισχύ του Καθολικισμού. Μη φιλελεύθερες, οργανικές και αντιδυτικές (σλαβόφιλες) κουλτούρες από το παρελθόν επιστρέφουν στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης για να συναρθρωθούν σύγχρονες αγωνίες και φόβοι, ιδίως ο φόβος για την  αλλοίωση ελέω μετανάστευσης και η αγωνία για την εθνική επιβίωση σε ένα ανασφαλές ευρωπαϊκό και παγκόσμιο σκηνικό.

 

 

 

4.

Απέναντι σε τόσο σύνθετες ιστορίες, είναι προφανές πως δεν μπορεί να υπάρχει μία απάντηση, με την έννοια μίας δέσμης πολιτικών, θεσμικών ή οικονομικών λύσεων. Τι κάνουμε απέναντι στο ταυτοτικό κύμα που δεν έχει μόνο ή κυρίως εξτρεμιστικές μορφές αλλά έχει εκτυλιχτεί σε ευρύτερο πολιτικό/πολιτισμικό δίκτυο με παρέμβαση στην πολιτική ζωή και στη σφαίρα των ιδεών και των αναπαραστάσεων σε πλείστες χώρες; Θα αναφέρω δυο λογικές που, κατά τη γνώμη μου, είτε έχουν περιορισμένες δυνατότητες να αποτελέσουν ισχυρό αντίβαρο, είτε δημιουργούν και άλλου τύπου προβλήματα.

Η πρώτη λογική είναι η διαρκής υπόμνηση και προσπάθεια «ανασύστασης» ενός αντιφασισμού που έρχεται από το παρελθόν της Ευρώπης, από τον μεσοπόλεμο ή τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70. Για ορισμένους στη χώρα μας, αυτός ο αντιφασισμός με καταβολή από συγκεκριμένες ιστορικές παραδόσεις και ιδεολογικές ερμηνείες είναι η καλύτερη απάντηση απέναντι στις νέες μορφές ρατσισμού και ακροδεξιάς. Δεν το πιστεύω, διότι, τα σύμβολα, οι κώδικες, ο συμβολικός κόσμος που συνδέθηκε με τους παλαιούς αντιφασισμούς της Αριστεράς δεν μπορεί να γίνουν αντιληπτά και κυρίως να διαμορφώσουν συνειδήσεις στις γενιές του Ίνσταγκραμ και του ψηφιακού κατακερματισμού. Υπάρχουν κάποιες δίοδοι/ κανάλια επαφής του παλαιού αντιφασισμού με σύγχρονα κοινά[14] όμως, από την άποψη των μελλοντικών γενεών και κυρίως με όρους κατανοητούς και στις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, ένας τέτοιος αντιφασισμός διαθέτει περιορισμένες «παιδαγωγικές» δυνατότητες. Επίσης, κάτι που παραβλέπεται στη χώρα μας συχνά, η ταύτιση του αντιφασισμού με τις επιλογές και τις στρατεύσεις της άκρας αριστεράς ή έστω των παλαιών σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών μετωπικών λογικών, είναι θέμα αμφιλεγόμενο και προφανώς δεν μπορεί να σταθεί σε χώρες όπου αυτό το είδος αριστερής μνήμης είναι είτε απών, είτε εξαιρετικά περιορισμένο και περιθωριακό. 

Η δεύτερη λογική είναι η γνωστή εναντίωση στην ακροδεξιά μέσα από έναν λόγο που στέκεται στο ηθικό καθήκον της φιλοξενίας για μετανάστες και πρόσφυγες και συνήθως αντιλαμβάνεται ως βασική αιχμή την υπεράσπιση της διαφορερικότητας (diversity). Αυτός ο λόγος μπορεί, υπό όρους, να ενθαρρύνει διαφορετικές κοινωνικές στάσεις, να επηρεάσει, επί παραδείγματι, θετικά τους νέους μιας περιοχής ώστε να μην συνταχτούν με τις λεγόμενες «αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας» σε μια δομή προσφύγων, σε μια στέγη για ταξικομανείς κλπ. Παρόλα αυτά, ένας τέτοιος ηθικός λόγος υπέρ διαφορετικότητας μπορεί να μην παρουσιάζει λειτουργικές εναλλακτικές λύσεις και αξιόπιστα εργαλεία δημόσιων πολιτικών ώστε να πάμε ένα βήμα παραπέρα από την ηθική αγανάκτηση.  Τέλος, η προσήλωση πολλών από τους δρώντες σε μια άλλη πολιτική της ταυτότητας με πρόσημο φιλο-μειονοτικό, φιλομεταναστευτικό κλπ. οδηγεί συχνά στην υποτίμηση της πολιτισμικής ανασφάλειας και των προβλημάτων κοινωνικής συνοχής που είναι υπαρκτά για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού και δεν τα κατασκευάζει όλα η ακροδεξιά ταυτοτική γραμμή. Ο λόγος περί διαφορετικότητας, ενίοτε, συγχέει κάθε πολιτική κοινότητα και ρεπουμπλικανική ευαισθησία με την εθνιστική και «κουλτουραλιστική» βία της πλειοψηφίας και επομένως με την ακροδεξιά ταυτοτική γραμμή. Αυτό δημιουργεί σύγχυση και αδυνατίζει τις πολιτικές συναινέσεις εναντίον των πραγματικά ακροδεξιών διαφορισμών. 

Σε ένα πιο άμεσο πολιτικό επίπεδο, αντίπαλος της πολιτικής σαφήνειας στη χάραξη στρατηγικής έναντι των νέων ακροδεξιών είναι επίσης ο δίχως αρχές καιροσκοπισμός των κομματικών ηγεσιών και τα παιχνίδια νομής της εξουσίας που πολλαπλασιάζονται στις χώρες της Ευρώπης στη βάση και υπαρκτών εκλογικών αδιεξόδων που δημιουργούνται κυρίως από τα αναλογικά συστήματα. Συγκυβερνήσεις της θεσμικής Δεξιάς, του Κέντρου ή και της Αριστεράς με κόμματα και κινήματα τέτοιου προσανατολισμού, επιτείνουν τη σύγχυση και δυσκολεύουν την αποτελεσματική οριοθέτηση των πολιτικών σχέσεων. Όλο αυτό έχει ως συνέπεια την απότομη  μετάβαση από τη «δαιμονοποίηση» στην «κανονικοποίηση» της ακροδεξιάς, δίχως να κατορθώνεται μια θεσμικά πειστική πολιτική απάντηση από τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις.

 

 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ισχυριστήκαμε ότι η ταυτοτική γραμμή (και οι εθνικισμοί / σωβινισμοί / νατιβισμοί που την πλαισιώνουν) υπονομεύει την έννοια της δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας. Την υπονομεύει διαστρέφοντας την λαϊκή κυριαρχία σε πλειοψηφικό αυταρχισμό, το πολιτικό έθνος σε οργανική κοινότητα πολιτισμικής ομοιογένειας, το κοινωνικό κράτος σε σωβινισμό της ευζωίας που πριμοδοτεί μια έντονα διαχωριστική προνοιακή πολιτική. Η ταυτοτική γραμμή μετατρέπει την πολιτική έννοια του συνόρου σε φυσικό φραγμό ή μάλλον σε αναλλοίωτο οντολογικό δεδομένο που προορίζεται να συντηρεί τις «ταυτότητες» σε μια μόνιμη κατάσταση αποξένωσης και μη ανάμιξης. Η απόρριψη της ταυτοτικής γραμμής δεν σημαίνει, παρ’ όλα αυτά, αδιαφορία για τον συλλογικό αυτοπροσδιορισμό και τη σημασία που έχει για τη δημοκρατική πολιτική κοινότητα. Δεν μπορεί να σημαίνει, επίσης, πως ο ατομιστικός και κοινοτικός κατακερματισμός μπορούν να δώσουν απάντηση στα κενά συλλογικού νοήματος στις σημερινές, αποσταθεροποιημένες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Aπλώς το ερώτημα του «ποιοι είμαστε» δεν μπορεί να εισβάλει στη σκηνή παραμερίζοντας όλα τα υπόλοιπα σημαντικά ερωτήματα όπως το πώς είμαστε, με ποιους όρους διάγουμε το συλλογικό μας βίο και βεβαίως το πως τοποθετούνται στο πλάνο μας οι άλλοι, οι γύρω, οι ξένοι, ο άλλος κόσμος. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η ταυτότητα έχει σημασία, μέσα στο πολιτικό της αποτύπωμα θα υπάρχουν και οι άλλοι, αυτοί που δεν «είμαστε εμείς». Αλλιώτικα, χτίζουμε απλώς αδιαπέραστα όρια ανάμεσα στο «εμείς» και «αυτοί», πράγμα που έχουμε αντιληφθεί ότι συνιστά εκτροπή.  Με άλλα λόγια, η ταυτότητα ως συλλογικός εγωισμός και υποκειμενισμός οδηγεί, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στην ακροδεξιά ταυτοτική γραμμή. Αυτός όμως δεν είναι και ο μοναδικός τρόπος να μιλάμε για τη συλλογική ταυτότητα και το ζήτημα θα αποτελεί όλο και περισσότερο ένα πεδίο πολιτικής και πολιτισμικής διαμάχης για τον καθορισμό του δημοκρατικού δημόσιου χώρου.



[1] To κείμενο βασίζεται σε εισήγηση στο πλαίσιο της ημερίδας του Colloquium του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών με τον γενικό τίτλο «Η άκρα Δεξιά στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: ζητήματα ταυτότητας, ρατσισμού και οικονομικής κρίσης» [24/1/2020].

[2] Richard Evans, Η Επιδίωξη της ισχύος, Ευρώπη 1815-1914, μετάφραση: Ελένη Αστερίου, Αλεξάνδρεια, 2020.

[4] Ένα πλήθος αναλυτικών δεδομένων  και η διαυγής τους προσέγγιση αποτυπώνεται στην εξαιρετική μελέτη των Βασιλικής Γεωργιάδου, Λαμπρινής Ρόρη και Κώστα Ρουμανιά, “Mapping the Europe an far-right in the 21st century: ameso-level analysis”, Electoral Studies, volume 54, Αύγουστος 2018, σ. 103-115. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S026137941830026X?via%3Dihub.

[5] H βιβλιογραφία για την Ακροδεξιά του διαδικτύου και τη «φασιστο-σφαίρα» συνολικά είναι μεγάλη και έχει εμπλουτιστεί ακόμα περισσότερο με συγκριτικές έρευνας σε σχέση με την αμερικανική alt right και τις ευρωπαϊκές σκηνές. Βλ. ενδεικτικά το βιβλίο των Dominique Albertini και David Doucet, La Fachosphère, Paris, Flammarion, 2016.

[6] Ο ιστορικός Νicolas Lebourg αναφέρεται συχνά σε έναν «ταυτοτισμό της ευημερίας» (identitarisme de la prosperité) ή στον «ηδονιστικό φιλευθερισμό της ασφάλειας» ( libéralisme hedoniste sécuritaire) ως εκδοχές όπου απολήγουν επιμέρους λαϊκισμοί της Ακροδεξιάς σε κάποιες χώρες. Παρά τις διαφορές αυτών των ιδεολογικών υβριδίων, όλα τους ριζώνουν στη γενικότερη κρίση του ανθρωπισμού και της ανόδου εθνιστικών και «φυλετικών» κοινωνικών αναπαραστάσεων στις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού και στον εικοστό πρώτο αιώνα. Βλ. Yves Camus και Nicolas Lebourg, Les Droites extrêmes en Europe, Seuil, Paris, 2015.

[7] Cas Mudde, “Why nativism, not populism, should be declared word of the year”, The Guardian, 7/12/2017. https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/dec/07/cambridge-dictionary-nativism-populism-word-year

[8] Βλ. Andrew Mason, “Political Community, Liberal Nationalism ant the Ethics of Assimilation”, Ethics, 109 (2), Iανουάριος 1999, σ. 261-286.

[9] Tamir Bar-On, Rethinking the French New Right: Alternatives to modernity, Λονδίνο, Routledge, 2013.

[10] H απογύμνωση του κράτους περνά εδώ από την εθνιστική, «ρατσιστική» και σωβινιστική ερμηνεία του κράτους ως κράτους των Ελλήνων το γένος, των Γάλλων το γένος, ως κράτος αποκλειστικά των «γηγενών» που αντιδιαστέλλονται στους εκάστοτε νεοφερμένους. Αυτή η ιδέα διατρέχει μανιφέστα της ταυτοτικής Δεξιάς όπως αυτό του Σουηδού Daniel Friberg, The real Right returns: a handbook for the true opposition, Arktos media. 2018.

[11] Χαρακτηριστικά, ο ιδρυτής-πατέρας του γαλλικού σοσιαλισμού έγραφε ότι η πατρίδα (την οποία φυσικά θεωρούσε σημαντική πολιτισμική και πολιτική αναφορά) δεν είναι το παν, δεν είναι ο έσχατος σκοπός, η πατρίδα είναι ένα μέσο για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Και ποιος είναι ο σκοπός; Εδώ η έκπληξη για ορισμένους που ταυτίζουν τον σοσιαλισμό με την άρνηση της ατομικότητας. Απαντά ο Ζωρές: ο σκοπός είναι το άτομο. Συγχρόνως ο σκοπός είναι η συνείδηση της ανθρωπότητας. Βλ. Vincent Peillon, Jean Jaurès et la religion du socialisme, Grasset, 2000.

[12] Συντηρητικοί κοινωνικοί επιστήμονες υποστηρίζουν πλέον (για άλλη μια φορά) ότι ο εθνικισμός είναι ένας ρεαλισμός που εγγυάται περισσότερο την ειρήνη και τη σταθερότητα από τα ουτοπικά φιλελεύθερα ή διεθνιστικά σχέδια. Βλ. Υoran Hazony, The Virtue of Nationalism, Basic Books, 2018. H συζήτηση για τον παγκοσμισμό (globalism, mondialisme) ακολούθησε τη φιλολογία για την παγκοσμιοποίηση και συνδέθηκε άμεσα με τα μηνύματα της Προεδρίας Τραμπ και τη στρατηγική του Στηβ Μπάνον για την απάντηση στους «παγκοσμιστές». Για την προέλευση του όρου βλ. Ben Zimmer, “The Origins of the Globalist ‘slur’”, The Atlantic, 14/3/2018, https://www.theatlantic.com/politics/archive/2018/03/the-origins-of-the-globalist-slur/555479/

[13] Μια ωραία συνθετική ματιά στην ιστορία των εθνικισμών και των τραυμάτων της ευρύτερης πολωνο-βαλτικής περιοχής δίνει ο Timothy Snyder, Τhe reconstruction of Nations: Poland, Ukraine, Lithuania, Belarus, Yale University Press, 2003. Όμως εκεί όπου στο επίκεντρο της μελέτης είναι οι εμπειρίες ολέθρου και καταπίεσης στον ίδιο γεωγραφικό χώρο είναι στο bloodlands του ίδιου ιστορικού, στις Αιματοβαμμένες χώρες. Η Ευρώπη μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν, Αθήνα, 2017 (μετ: Ανδρέας Παππάς), Παπαδόπουλος.

[14] Ας δούμε, για παράδειγμα, το πώς η δολοφονία Φύσσα λειτούργησε μέσα σε κομμάτια της κουλτούρας των νέων, ιδίως μέσα από τις χιπ χοπ «ρίμες» που δημιούργησαν μια ευαισθησία απέχθειας για τη Χρυσή Αυγή. Και αυτό την ώρα που κάποια στιγμή φαινόταν να κερδίζει σημαντικά ερείσματα στον μαθητικό χώρο η συγκεκριμένη οργάνωση. Προφανώς, υπάρχει και ένας χώρος «εθνικιστικού» χιπ χοπ όπως και μια αντίστοιχη αισθητική μάχη, όμως βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση.

Νικόλας Σεβαστάκης

Αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ποιητής, και συγγραφέας. Βιβλία του: Φιλόξενος μηδενισμός, Μια σπουδή στον homo democraticus (2008), Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα (2009), Δοκιμές και αναγνώσεις (2011), Η τυραννία του αυτονόητου (2012), Φαντάσματα του καιρού μας (2017). Κυκλοφορούν ακόμα οι συλλογές διηγημάτων του, Γυναίκα με ποδήλατο (2014), Άνδρας που πέφτει (2015) και το μυθιστόρημα Άνθρωπος στη σκιά (2019).