Τρίτη, 09 Οκτωβρίου 2018

Σχολείο και θρησκευτική ελευθερία

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Το πάνελ της συζήτησης. Το πάνελ της συζήτησης.

Μια εκδήλωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ) που παρουσίασε με σαφήνεια και πληρότητα τα επιχειρήματα των οπαδών της εκκοσμίκευσης

Την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου έλαβε χώρα στην αίθουσα Λόγου και Τέχνης της Στοάς του Βιβλίου μία εκδήλωση της ΕλΕΔΑ (Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) που είχε αντικείμενο τα επίμαχα ζητήματα του εκκλησιασμού και της προσευχής των μαθητών στη δημόσια εκπαίδευση. Αφορμή στάθηκε η επικείμενη εκδίκαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας αίτησης ακύρωσης της ΕλΕΔΑ κατά του προεδρικού διατάγματος για τη λειτουργία των σχολείων και συγκεκριμένα των διατάξεων που αφορούν τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό και την καθημερινή προσευχή. Ο δικηγόρος που έχει αναλάβει τη νομική υποστήριξη της αίτησης ακύρωσης, Γιάννης Ιωαννίδης (αντιπρόεδρος της ΕλΕΔΑ), καθώς και ο Κλεάνθης Βουλαλάς, εκπαιδευτικός και συνυπογράφων την αίτηση ακύρωσης, ήταν παρόντες και ανέπτυξαν διεξοδικά τις απόψεις τους και με τις αρχικές τους τοποθετήσεις/παρεμβάσεις και με τις απαντήσεις τους στις ερωτήσεις που τους έκανε το κοινό.

Θα παραθέσω περιληπτικά τις απόψεις των κεντρικών ομιλητών της εκδήλωσης καθώς και τα όσα είπαν μετά όσοι από το ακροατήριο θέλησαν να προβούν σε δημόσια τοποθέτηση. Κατόπιν θα εστιάσω στις ερωτήσεις του κοινού προς το πάνελ και στις απαντήσεις που δόθηκαν. Σε όλο το κείμενο υπάρχουν δικά μου σχόλια με γνώμονα την εμπειρία που έχω αποκτήσει ασχολούμενος με τα σχετικά ζητήματα, σχόλια τα οποία αποτελούν καθαρά υποκειμενικές εκτιμήσεις που δεσμεύουν αποκλειστικά εμένα.

Την εκδήλωση άνοιξε ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών Νίκος Αλιβιζάτος ο οποίος έδωσε αμέσως το στίγμα και τον προσανατολισμό της συζήτησης εστιάζοντας σε τρεις θεματικές που έχουν απασχολήσει τα τελευταία χρόνια το Συμβούλιο της Επικρατείας: τα ζητήματα των ταυτοτήτων, της ιθαγένειας και των θρησκευτικών στα σχολεία. Ανέδειξε την ιδεολογική συνάφεια των ζητημάτων αυτών και θεώρησε πως θα πρέπει να ιχνηλατηθεί η ιδεολογική συνέπεια των μελών του δικαστηρίου αναφορικά με τις τοποθετήσεις τους σε αυτά τα ζητήματα. Υπήρξε διακριτικός αλλά σαφής και μεταφράζοντας τις λεπτές διατυπώσεις του στην αγοραία γλώσσα της πολιτικής αντιπαράθεσης θα ήθελα να σταθώ στην πιθανώς ιδεαλιστική του πεποίθηση σχετικά με την ικανότητα ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου να επιλύσει αμετάκλητα τα κοινωνικά διλήμματα των λεγόμενων «πολιτισμικών πολέμων», ενδεχομένως γιατί δεν υπόκειται στις ίδιες πιέσεις με την πολιτική ηγεσία. Το αμερικανικό SupremeCourtαποτελεί νομίζω το καλύτερο παράδειγμα σε παγκόσμια κλίμακα Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο καλείται να αποφανθεί σχετικά με τέτοια κεφαλαιώδη κοινωνικά θέματα και να παραγάγει κοινωνικά δεσμευτικές λύσεις.

 

Ο Φίλης και τα θρησκευτικά

Στη συνέχεια το λόγο έλαβε ο πρώην υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης, ο οποίος υπεραμύνθηκε της προσπάθειάς του να θεσμοθετήσει το ουδετερόθρησκο σχολείο, ενώ παράλληλα κατέκρινε τις τελευταίες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το μάθημα των Θρησκευτικών ως υποσκάπτουσες και αλλοιώνουσες το Σύνταγμα. Επίσης ισχυρίστηκε ότι το θέμα δεν είναι νομικό αλλά πολιτικό.

Αποτελεί ανοιχτό ζήτημα αν τα ζητήματα ταυτότητας μιας κοινωνίας μπορούν να επιλυθούν διά της οδού των δικαστηρίων. Από την άλλη, είναι γνωστή η θέση της νομικής επιστήμης πως ορισμένα ζητήματα ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν σε δημοψηφισματική/πλειοψηφική λογική η οποία θα οδηγούσε σε αποψίλωση των δικαιωμάτων των εκάστοτε μειοψηφικών ομάδων εντός της κοινωνίας. Το ζήτημα είναι και πολιτικό και νομικό, αλλά πολλοί άνθρωποι «της πιάτσας» πιθανόν αντιλαμβάνονται πως ένα μεγάλο μέρος του κοινωνικού σώματος βαριέται, δεν καταλαβαίνει ή και αντιπαθεί τις ευφράδειες και τις δημηγορίες, όπως και τις λεπτολογίες των νομικών και των δικαστηρίων. Συνεπώς η προσπάθεια εφαρμογής ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος μέσω δικαστικών αποφάσεων μπορεί να οδηγήσει σε απονέκρωση του μεταρρυθμιστικού momentumστην κοινωνία την ίδια, τουλάχιστον στη μαζική της διάσταση – που είναι όμως η πολιτικά κρίσιμη σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.

Ο πρώην υπουργός συνέχισε λέγοντας πως επεδίωξε να καταστήσει το μάθημα των θρησκευτικών από μάθημα πίστης μάθημα γνώσης, ώστε να ξεφύγει από τον κατηχητικό-ομολογιακό χαρακτήρα του. Προσέθεσε ότι η πλειονότητα των γονέων αγκάλιασε τα νέα θρησκευτικά και δεν ακολούθησε τη λογική της «αντίστασης» στο μάθημα του «αποχριστιανισμού». Λογική αντίστασης –θα προσέθετα εγώ– η οποία τροφοδοτείται από συγκεκριμένους συντηρητικούς κύκλους και εξωτερικεύεται με τη διοργάνωση εκδηλώσεων, όπως π.χ. η συγκέντρωση υπό το σύνθημα «Όχι στα νέα θρησκευτικά» που έλαβε χώρα στα Προπύλαια του πανεπιστημίου την Κυριακή 4 Απριλίου 2018 και περιλάμβανε κεντρική ομιλία με τον τίτλο «Η Χριστομαχία στα νέα θρησκευτικά και οι συνέπειές της στην Αγωγή των Νέων μας»[i] ή η πολύ πρόσφατη ημερίδα «Οι αποφάσεις του ΣτΕ για τα νέα θρησκευτικά: η επόμενη μέρα» που έλαβε χώρα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018, με διοργανώτρια την Εστία Πατερικών Μελετών υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς. Πέραν των εκδηλώσεων αυτών μπορεί να εντρυφήσει κανείς στην αρθρογραφία εβδομαδιαίων εντύπων όπως ο Ορθόδοξος Τύπος και η Ορθόδοξη Αλήθεια, και άλλων αναλόγων, για να αποκτήσει την εικόνα μιας μαχητικής, συνεπούς αλλά και φανατικής υποστήριξης θέσεων που εμμένουν στη ανάγκη της μέχρι κεραίας διατήρησης της παράδοσης και των ιερών και οσίων της πίστης και του Γένους απέναντι σε «επικίνδυνους» νεωτερισμούς.

Επιπλέον ο Νίκος Φίλης είπε πως το μάθημα των θρησκευτικών είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη του παιδιού, η ορθή διδασκαλία του ασκεί τους μαθητές στη συνύπαρξη με την ετερότητα και δεν εγκαταλείπει τα παιδιά που δεν είναι χριστιανόπουλα στη μέγγενη του κοινοτισμού, δηλαδή στον εγκλεισμό τους σε πατροπαράδοτα οικογενειακά σύνολα τα οποία αναπαράγουν πατροπαράδοτες αξίες. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση του πρώην υπουργού αξίζει να τύχει μιας λεπτομερέστερης ανάλυσης την οποία θα επιχειρήσω με τα φτωχά εννοιολογικά μου εργαλεία. Ο κοινοτισμός (communautarisme) είναι ένας όρος πολύ της μόδας τελευταία –στον γαλλικό Τύπο– και υποδηλώνει την πρόθεση και την τάση επιμέρους μειονοτικών ομάδων να δημιουργούν δικές τους αυτάρκεις και αυτοαναφορικές πραγματικότητες, εντός των οποίων διατηρούν την ιδιοπροσωπία τους και τη διακριτή τους ταυτότητα. Το πρόβλημα είναι πως έτσι διασπάται η ενότητα της σύνολης κοινωνίας σε επιμέρους κόσμους και τίθεται σε κίνδυνο η κοινωνική συνοχή. Έχει λοιπόν ο όρος αυτός στη δημόσια σφαίρα μια αρνητική χροιά ιδίως στη Γαλλία όπου θεωρείται πως υπονομεύει την ενότητα και το vivre-ensemble της République. Ποιο είναι όμως το κεντρικό παράδειγμα σε μία κοινωνία έναντι του οποίου τοποθετούνται ανταγωνιστικά οι επιμέρους κοινοτισμοί υποσκάπτοντες παράλληλα την κοινωνική ενότητα; Στη μεν Γαλλία ως κεντρικό παράδειγμα είναι σαφές πως από τη Γαλλική Επανάσταση ή, κατά μία μετριοπαθέστερη εκτίμηση, από τον νόμο του 1905 και μετά, δεν είναι πια «η Καθολική και Αιώνια Γαλλία, πρωτότοκη κόρη της Καθολικής Εκκλησίας», αλλά η ρεπουμπλικανική, κοσμική Γαλλία του Διαφωτισμού. Συνεπώς οι χριστιανοί του καθολικού δόγματος είναι μια κοινότητα ανάμεσα στις άλλες και συγκροτούν πιθανόν και οι ίδιοι έναν μειοψηφικό κοινοτισμό όπως και οι μουσουλμάνοι (αν και ο κοινοτισμός των τελευταίων είναι προφανώς πιο ασύμβατος και πιο προβληματικός για το σύνολο) μέσα στην πλειοψηφία των πολιτών της République. Στην Ελλάδα όμως ποιο είναι το κυρίαρχο παράδειγμα, το Όλον, έναντι του οποίου οι επιμέρους κοινοτισμοί συνιστούν απευκταίες αποκλίσεις και περιχαρακώσεις; Τις οποίες, σπεύδω να προσθέσω, καλείται να προλάβει ένα «φωτισμένο» μάθημα θρησκευτικών στο σχολείο, το οποίο θα μαθαίνει στα παιδιά να συμβιώνουν με την ετερότητα – και έτσι οι εκάστοτε διαφορετικοί δεν θα αναγκάζονται να αποσύρονται σε κλειστές κοινότητες για να βιώσουν με ασφάλεια τη διαφορετικότητα τους; Ποιοι είναι όμως οι «διαφορετικοί» στο σύγχρονο ελληνικό δημόσιο σχολείο; Οι μη ελληνορθόδοξοι οι οποίοι συγκροτούν όλοι μειοψηφίες έναντι της ορθοδόξου πλειοψηφίας, η απόκλιση από τις παραδοχές της οποίας (παραδοχές συνταγματικά κατοχυρωμένες σύμφωνα με το άρθρο 3π.1 του Συντάγματος: «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού») συνιστά exipsoκοινοτισμό; Αποδέχεται η σημερινή ελληνική κοινωνία ένα πραγματικά ουδετερόθρησκο σχολείο το οποίο υπηρετεί την «Ανοιχτή Κοινωνία», έναντι της οποίας κάθε θρησκευτική πεποίθηση –ακόμα και αυτή η ορθόδοξη χριστιανική (ναι, αυτή των πατέρων μας)– αποτελεί κατ’ουσίαν ιδιωτική υπόθεση. Ένα σχολείο το οποίο θα διδάσκει κοινωνιολογικά το “faitre ligieux” και θα θεωρεί πως οι νέες γενιές ελλήνων πολιτών θα πρέπει να διδάσκονται την Ορθοδοξία και το Ισλάμ και όποια άλλη θρησκεία σε ισότιμη βάση; Μπορεί να λυθούν αυτά τα ζητήματα με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας; Μπορούν να λυθούν με τον ειλικρινή δημόσιο διάλογο; Δεν μπορούν να λυθούν καθόλου και θα βρισκόμαστε εσαεί σε μια κατάσταση αμφιταλάντευσης και αβεβαιότητας;

Ο κ. Φίλης έκλεισε την τοποθέτησή του επισημαίνοντας την υποχρεωτικότητα του μαθήματος των θρησκευτικών στην Γ’ Λυκείου, την οποία αντιδιέστειλε με την απουσία υποχρεωτικότητας του μαθήματος της Ιστορίας, επιλογή που απέδωσε στην ανομολόγητη εκκλησιαστική επιρροή στην εκπαίδευση και όχι σε προτεραιότητες εκπαιδευτικού χαρακτήρα.

 

Τι υποστήριξε ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος

Ακολούθησε η τοποθέτηση του πρώην προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και νυν προέδρου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Κωνσταντίνου Μενουδάκου. Ο ομιλητής υπεισήλθε σε λεπτά νομικά θέματα, γι’ αυτό άλλωστε και η ομιλία του ήταν η πιο απαιτητική από την άποψη της απαιτούμενης προσοχής. Επειδή το books’ journalδεν είναι εξειδικευμένο νομικό περιοδικό ούτε η διά του προφορικού λόγου ανάπτυξη νομικών θεμάτων τέτοιας λεπτότητας μπορεί να οδηγήσει κάποιον ακροατή – τουλάχιστον της δικής μου αντιληπτικής ικανότητας– σε απόλυτα ασφαλή αποτύπωσή τους εδώ, θα αρκεστώ σε μια αδρομερή σκιαγράφηση των λεγομένων του έγκριτου δικαστικού. Σημαντικό είναι ότι θεώρησε χρήσιμο να επισημάνει πως οι δύο τελευταίες αποφάσεις του ΣτΕ για το μάθημα των θρησκευτικών αποτελούν προϊόν 17μελών συνθέσεων της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, συνθέσεων οι οποίες αποτελούνται από τον ελάχιστο αριθμό μελών που μπορεί να έχει μια σύνθεση του ΣτΕ για να χαρακτηριστεί Ολομέλεια. Εστίασε στο άρθρο 16 του Συντάγματος και στο άρθρο 2 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα οποία βασίστηκαν οι δύο τελευταίες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ (660/2018[ii] και 926/2018) για το μάθημα των θρησκευτικών. Το άρθρο 16 π.2 ορίζει πως:

Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλαση τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.

Το άρθρο 2 (Δικαίωμα στην Εκπαίδευση) του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ λέει:

Ουδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις.

Για να ερμηνεύσει ορθότερα τα δύο αυτά άρθρα, ο κ. Μενουδάκος έκανε αναδρομή στις συνθήκες που καθόρισαν τις διατυπώσεις του ιστορικού νομοθέτη. Το μεν άρθρο 16π.2 θέλησε με τις διατυπώσεις του να αντικαταστήσει τον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» στα νάματα του οποίου έπρεπε να εμβαπτισθούν οι μαθητές κατά τη διατύπωση του συνταγματικού νομοθέτη του 1952. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη του 1952 είχε τρωθεί από την εμπειρία της δικτατορίας η οποία είχε χρησιμοποιήσει την ιδεολογία του ελληνοχριστιανισμού ως νομιμοποιητικό της βραχίονα, οπότε το σύνταγμα της μεταπολίτευσης έκρινε σκόπιμο να κρατήσει τις αποστάσεις του στον πάντα ευαίσθητο τομέα των νομικών διατυπώσεων. Επίσης, στο κείμενο του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι ιστορικές εμπειρίες των ολοκληρωτισμών έκαναν τους συντάκτες της ιδιαίτερα συνειδητοποιημένους σχετικά με το ζήτημα του σεβασμού των θρησκευτικών και φιλοσοφικών πεποιθήσεων των γονέων στην εκπαίδευση των παιδιών, τα οποία θα έπρεπε να προστατευθούν από την επιβολή κρατικών ιδεολογιών στην ευάλωτη παιδική ηλικία. Εντόπισε αντιφάσεις στον τρόπο που χρησιμοποιήθηκαν τα άρθρα αυτά στις πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ και ανέδειξε τα πολλά ερμηνευτικά προβλήματα που προέκυψαν. Στάθηκε επίσης σε μία άλλη πτυχή του ζητήματος η οποία αναδείχθηκε από το 2001: τη θρησκευτική ελευθερία ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος της προστασίας της προσωπικότητας στο πεδίο της ιδιωτικής ζωής, προοπτική που θέτει ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Παραδείγματα αποτελούν η αναγραφή του θρησκεύματος στους τίτλους σπουδών καθώς και το ακριβές περιεχόμενο που πρέπει να έχει το αίτημα απαλλαγής μαθητή από το μάθημα των θρησκευτικών.[iii]

Ένας απλός άνθρωπος πάντως θα έβγαζε το συμπέρασμα πως, αντίθετα με τη διατύπωση του RudolphvonJhering, οι νομικές έννοιες δεν είναι παράδεισος και μοιραία μας εισάγουν σε ένα σύμπαν λεπτολογίας, σταθμίσεων και ερμηνειών που δυσκολεύουν τον «κοινό νου» ή, σε πιο λόγια διατύπωση, είναι counterintuitive(όρος που θα τον απέδιδα περιφραστικά στα ελληνικά: μη συνάδουσες με την ενστικτώδη διαίσθηση και τον συμβατικό κοινό νου, όχι αυτονόητες ή προφανείς). Τον ίδιο χαρακτηρισμό αποδίδει ο αμερικανός συγγραφέας βιβλίων πολεμικής και επιφανής εκπρόσωπος του κινήματος των Νέων Αθεϊστών Σαμ Χαρρις στις επιστημονικές αλήθειες[iv] καθώς και ο αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Αριστείδης Χατζής σε ορισμένες παραδοχές του Φιλελευθερισμού(τον άκουσα από τον ίδιο σε παρουσίαση του βιβλίου του Φιλελευθερισμός, που συμπεριλαμβάνεται στη σειρά Μικρές Εισαγωγές των εκδόσεων Παπαδόπουλος). Counterintuitive ούσες, οι λεπτολόγες νομικές ερμηνείες, όπως οι επιστημονικές αλήθειες και οι παραδοχές του φιλελευθερισμού, αντιμετωπίζουν ένα ζήτημα λαϊκής αποδοχής όταν εισέρχονται στην αρένα της δημόσιας αντιπαράθεσης και στο καμίνι του κοινωνικού γίγνεσθαι.

 

Ο Θεοδωράκης και η ουδετερότητα

Με αυτή την παρατήρηση θα περάσω στη παρουσίαση των θέσεων του επόμενου εισηγητή, του Σταύρου Θεοδωράκη, επικεφαλής του Ποταμιού, ο οποίος υπήρξε ευθύς, σαφής, ευθυγραμμισμένος με το ακροατήριο της εκδήλωσης αλλά, όπως πιθανόν και ο ίδιος αντιλαμβάνεται, όχι εξ ίσου δημοφιλής σε ευρύτερα εθνικά ακροατήρια.

Αξίζει να σημειωθεί πως οι διατυπώσεις του κ. Θεοδωράκη έτυχαν της μεγαλύτερης προβολής στο κείμενο που έχει αναπαραχθεί από τον ηλεκτρονικό Τύπο σχετικά με την εκδήλωση, τουλάχιστον κατά την αντίληψή μου. Τι είπε λοιπόν ο αρχηγός του Ποταμιού;

«Όλοι συμφωνούμε στην ουδετερότητα» (οι παριστάμενοι στην εκδήλωση, προφανώς). Την οποία ουδετερότητα διέκρινε σε αρνητική, όπως στο παράδειγμα της Γαλλίας, όπου ο σταυρός δεν υπάρχει σε κανένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, και σε θετική, όπως στη Γερμανία, όπου ο σταυρός υπάρχει ως πολιτιστικό και όχι ως θρησκευτικό σύμβολο. Ως πολιτικός μεγάλου διαμετρήματος, ο Σταύρος Θεοδωράκης δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στη στενόκαρδη αφορμή της εκδήλωσης, ήτοι στην αίτηση ακύρωσης του προεδρικού διατάγματος για τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό και την πρωινή προσευχή των μαθητών. Πήγε κατ’ ευθείαν στην καρδιά του προβλήματος: «Η ουδετερότητα την οποία υποστηρίζουμε», σημείωσε, «δεν είναι μια παραχώρηση προς τους μουσουλμάνους, είναι η εξέλιξη, η Ευρώπη και ο σεβασμός στα σύγχρονα δικαιώματα του ανθρώπου». Μάλιστα, αργότερα, πρόσθεσε ότι η σύγκρουση πρέπει να είναι απόλυτη απέναντι στους φανατικούς, «και τους δικούς μας και σε όλους τους μικρούς αγιατολάχ», που ξεφυτρώνουν π.χ. στη Θράκη και θέλουν να αποκλείσουν τα κορίτσια τους από τα μεικτά σχολεία. Συνέχισε λέγοντας πως το σημαντικό θέμα δεν είναι οι νομικές ερμηνείες, οι μικρές παραχωρήσεις του ΣτΕ προς τη μία ή την άλλη πλευρά, το θέμα είναι ποιος καθορίζει το ζήτημα αυτό. Έκανε λοιπόν τη διαπίστωση πως στην Ελλάδα το ζήτημα αυτό δεν καθορίζεται από την πολιτεία με βάση τα σύγχρονα δικαιώματα αλλά η Ιεραρχία παζαρεύει με την πολιτεία προσπαθώντας να διατηρήσει το ιστορικό κεκτημένο της.

[Στο σημείο αυτό, ας μου επιτραπεί να μεταφέρω τη διατύπωση του πρωτοσέλιδου της εφημερίδας Ορθόδοξος Τύπος της Παρασκευής 14 Σεπτεμβρίου 2018, για να φανεί πώς γίνεται κατανοητό από κάποιους αυτό το ιστορικό κεκτημένο. Στο κύριο άρθρο το οποίο υπογράφεται από τον ιερομόναχο Δαμασκηνό του Ιερού Κελλίου Φιλαδέλφου στον Άγιον Όρος διαβάζουμε τον εξής τίτλο: «Μακαριώτατε, αντισταθείτε! Δεν χρήζει αναθεωρήσεως το Σύνταγμα, διότι Δεν Εδημιούργησε την Κρίσιν η Εκκλησία! Ο άθεος Πρωθυπουργός επιχειρεί να διαλύση τον δισχιλιετή σύνδεσμον Εκκλησίας και Πολιτείας».]

Επανερχόμαστε στον κ. Θεοδωράκη ο οποίος, κατόπιν, είπε πως πρόκειται για ζήτημα συνταγματικό και πως πρέπει να πάμε σε αναθεώρηση του Συντάγματος η οποία θα ορίζει διακριτούς ρόλους Εκκλησίας και Κράτους. Έδωσε και δύο παραδείγματα από την επικαιρότητα λέγοντας πως, αναφορικά με το ζήτημα της καύσης των νεκρών, οι δήμοι φοβόντουσαν τις αντιδράσεις των τοπικών μητροπολιτών και επίσης πως δεν είναι δυνατό να υπάρχει απαλλαγή των ακινήτων της εκκλησίας από τη φορολογία. Ανάλογης βαρύτητας θέματα δεν μπορεί να αποφασίζονται μετά από μια βραδινή συνάντηση του πρωθυπουργού με τον αρχιεπίσκοπο.

Η ερμηνεία που δίνω εγώ στα όσα είπε ο αρχηγός του Ποταμιού είναι πως, κατά την άποψή του –που κατά τον ίδιο είναι η εξέλιξη, η Ευρώπη και ο σεβασμός στα σύγχρονα δικαιώματα του ανθρώπου–, η Ορθόδοξη Εκκλησία θα πρέπει να απωλέσει τελεσίδικα τον εθναρχικό ρόλο της στην ελληνική κοινωνία, τον οποίο προσπάθησε επίμονα να της επαναναπροσδώσει ο μακαριστός Χριστόδουλος. Όπως λοιπόν σε μία δεδομένη ιστορική στιγμή η Γαλλία έπαψε να είναι η πρωτότοκη κόρη της Καθολικής Εκκλησίας και μια νέα πραγματικότητα αναδύθηκε στον δημόσιο βίο της χώρας αυτής, αντικαθιστώντας ό,τι υπήρχε πριν ή, ίσως, αυτό που κατά την εξιδανικευμένη αντίληψη των πολεμίων μιας τέτοιας ανατροπής υπήρχε πριν, έτσι και το ελληνικό κράτος πρέπει να κόψει τους εκλεκτικούς δεσμούς του με την Ορθόδοξη Εκκλησία και να την καταστήσει απολύτως σεβαστή μεν κοσμοθεωρητική επιλογή, αλλά μία γνώμη, μία δόξα δηλαδή, ισότιμη με τις υπόλοιπες στο πλαίσιο μιας ανοιχτής, φιλελεύθερης και πλουραλιστικής κοινωνίας. Τολμηρή η άποψη του κ. Θεοδωράκη με γνώμονα την παρούσα συγκυρία, αλλά μπράβο του που τη διατυπώνει με σαφήνεια και ευθύτητα.

Όπως και ο άλλος πολιτικός του πάνελ, ο Νίκος Φίλης, και ο Σταύρος Θεοδωράκης είπε πως το θέμα δεν είναι νομικό. Θα πίκραναν υποψιάζομαι αμφότεροι τον καθηγητή Αλιβιζάτο ο οποίος προσβλέπει στην ιδεολογική συνέπεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο δεν υπόκειται στις πιέσεις που υφίστανται οι πολιτικοί. Δεν ξέρω ποιος έχει δίκιο, πάντως χονδρικά μου φαίνεται ευκολότερο να πειστεί μια δικαστική ελίτ για την αναγκαιότητα μιας μεταρρύθμισης, σε σχέση με τις πλατιές μάζες οι οποίες δεν συγκινούνται εύκολα από counterintuitive παραδοχές, όπως έγραψα και προηγουμένως.

 

Η εμπειρία ενός εκπαιδευτικού

Με τον Σταύρο Θεοδωράκη έκλεισε ο κύκλος των κεντρικών ομιλητών και ακολούθησαν οι παρεμβάσεις –κατά την ορολογία των διοργανωτών– δυο ανθρώπων άμεσα εμπλεκόμενων στην εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ, που υπήρξε η αφορμή της εκδήλωσης.

Ο Κλεάνθης Βουλαλάς, εκπαιδευτικός και αιτών, μίλησε πρώτος ευχαριστώντας την ΕλΕΔΑ που ανέλαβε την εργασία και το κόστος για την αίτηση ακυρώσεως και έθεσε με αξιοσημείωτη σαφήνεια και παρρησία το ζήτημα:

Μπορεί κάποιος στην Ελλάδα να μην είναι ή να μην αισθάνεται χριστιανός ορθόδοξος χωρίς να έχει συνέπειες;

Απάντησε αμέσως ο ίδιος: «Όχι». Στη συνέχεια, έκανε μια προσωπική αναδρομή λέγοντας πως υπέστη ως μαθητής τη θρησκευτική επιβολή επί δικτατορίας και προχώρησε λέγοντας πως κατά τη Μεταπολίτευση δεν άλλαξαν πολλά εκτός ίσως από την πρακτική κάποιων μεμονωμένων εκπαιδευτικών. Ως γονέας, στη συνέχεια, όταν θέλησε να ζητήσει την απαλλαγή των παιδιών του από το μάθημα των θρησκευτικών έπειτα από δική τους απαίτηση, βρέθηκε μπροστά στον σκόπελο υποχρεωτικής αποκάλυψης των δικών του θρησκευτικών πεποιθήσεων κατά τις ρυθμίσεις της ισχύουσας υπουργικής εγκυκλίου. Μετά αναφέρθηκε στην πραγματικότητα του δημόσιου σχολείου της Αθήνας στο οποίο διδάσκει και το οποίο έχει μαθητές κατά 80% αλλοδαπούς που δεν είναι ορθόδοξοι, ωστόσο πολύ λίγοι γονείς ζητούν απαλλαγή. Σε ερώτηση του καθηγητή Αλιβιζάτου πώς τότε μπαίνει στην τάξη ο καθηγητής και διδάσκει ορθόδοξα θρησκευτικά, ο κ. Βουλαλάς απάντησε πως αυτό εναπόκειται στην ευαισθησία του διδάσκοντος και ότι κάποιοι κάνουν κατήχηση και αυτό κάνει ζημιά. Διευκρίνισε δε πως μπορεί ο εκκλησιασμός να εναπόκειται πλέον στην κρίση των καθηγητών, αλλά η κρίση τους περιορίζεται στο πότε και πόσοι εκκλησιασμοί θα γίνουν και όχι αν θα γίνει εκκλησιασμός των μαθητών ή όχι. Μετά είπε πως θίγεται ως εργαζόμενος από την υποχρέωσή του να οργανώνει θρησκευτικές τελετουργίες και να συμμετέχει σ’ αυτές, υποχρέωση που δεν βαρύνει άλλους εργαζομένους, και επίσης πως θίγεται ως επιστήμονας και παιδαγωγός από τη διδασκαλία ενός μαθήματος πίστης και όχι γνώσης, το οποίο επιπλέον καλλιεργεί τη μισαλλοδοξία σε κάποιους και την αποξένωση από το σχολείο σε άλλους, υπονομεύοντας την εξέλιξή μας σε μία σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία.

 

 

Η ΕλΕΔΑ και οι μάχες της

Δεύτερος μίλησε ο Γιάννης Ιωαννίδης αντιπρόεδρος της ΕλΕΔΑ, ο οποίος έχει αναλάβει να εκπροσωπήσει τους αιτούντες ενώπιον του ΣτΕ. Μίλησε για τον δημόσιο διάλογο ο οποίος είναι αναγκαίος αλλά ποτέ αμιγώς επιστημονικός [μπαίνω στον πειρασμό να παραθέσω από μνήμης έναν αφορισμό από το βιβλίο Ο Μύθος του Θεμελίου του μακαρίτη Αιμίλιου Μεταξόπουλου, που έλεγε πως η επίκληση της επιστήμης είναι για κάθε ιδεολογική παράταξη η ιδεατή επιβεβαίωση της υπεροχής της] και στάθηκε στη χρησιμότητα του δικαστικού ακτιβισμού κάνοντας μία ιστορική αναδρομή στην ευαισθησία της Ένωσης σε ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, μία από τις κορυφώσεις της οποίας υπήρξε η υποβολή πρότασης νόμου για τα ζητήματα των σχέσεων Εκκλησίας – Κράτους, που είχε αποσταλεί σε όλα τα κόμματα. Κρίνει πως έχει επιτευχθεί πρόοδος –προφανώς χάρη στις προσπάθειες της ΕλΕΔΑ, πιθανόν χάρη και στις προσπάθειες της Ένωσης Αθέων, της οποίας την πρώην και τον νυν προέδρο όπως και μέλη διέκρινα μεταξύ του ακροατηρίου–, αν και δεν έχουμε ένα απολύτως ικανοποιητικό πλαίσιο προστασίας των θρησκευτικών ελευθεριών στην Ελλάδα. Ο κ. Ιωαννίδης έκανε την επισήμανση πως η υποχρεωτική προσευχή, ήτοι η υποχρεωτική συμμετοχή σε μία θρησκευτική πρακτική, αποτελεί βαρύτερη παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας από το μάθημα των θρησκευτικών, δεδομένου πως η πρώτη αποτελεί επέμβαση στα μύχια της συνείδησης των ανηλίκων μαθητών. Ομολογώ πως πρόκειται για μια αξιόλογη παρατήρηση, γιατί το να υποχρεωθεί κάποιος να συμμετέχει στη δημόσια εκδήλωση λατρείας ενός θεού στον οποίο δεν πιστεύει είναι πιθανόν πιο επαχθές για εκείνον από το να διδαχθεί σχετικά με ένα θεό στον οποίο δεν πιστεύει.

Γυρίζοντας στον κ. Ιωαννίδη θα σταθώ στην προσπάθεια του να διαλευκάνει ποιες ακριβώς είναι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να ζητηθεί η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών και ποια είναι η ακριβής «δικαιολογία» (για να χρησιμοποιήσω αυτή την κάπως φτηνή λέξη) που πρέπει να προβληθεί για μία τέτοια επιλογή. Στο θέμα αυτό στάθηκαν και οι άλλοι νομικοί που μίλησαν, όπως και ένας δημοσιογράφος παρών στο ακροατήριο. Ομολογώ πως είναι κάπως δύσκολο να καταλάβει κανείς ποια ακριβώς εγκύκλιος ισχύει και πότε οι προϋποθέσεις που η εκάστοτε εγκύκλιος θεσπίζει είναι συμβατές με τα κριτήρια που θέτει η νομολογία του ΣτΕ ή και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτή η παραδοχή από κάποιον που έχει σπουδάσει νομικά.

Τώρα, πώς θα πορευθεί ο μέσος ενδιαφερόμενος πολίτης, άδηλον… Πιθανόν, παρόμοιες σκέψεις να έκαναν τον αντιπρόεδρο της ΕλΕΔΑ να μιλήσει για παλινδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με αυτά τα θέματα, με το ΣτΕ και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να προσπαθούν να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Εγώ πάντως φοβάμαι πως πρόκειται για τόσο μεγάλο φίδι που θα χρειαστεί να προσπαθήσουν πάρα πολύ. Ο ομιλητής επανήλθε στη ανάγκη του δημοσίου διαλόγου και έκλεισε την παρέμβαση του με μία αναφορά στο φάκελο πολιτικών φρονημάτων του πατέρα του, το περιεχόμενο του οποίου έσπρωξε προς τη μεριά του συντονιστή του πάνελ, καθηγητή Νίκου Αλιβιζάτου, επισημαίνοντας πως «τώρα πια δεν είναι έτσι». Πιθανόν χάρη και στις ενέργειες της ΕλΕΔΑ, όπως μπήκα στον πειρασμό να συμπεράνω.

 

Η Ελλάδα, ουδέτερο κράτος

Τον πρώτο αυτό κύκλο ομιλιών έκλεισε ο Νίκος Αλιβιζάτος αναφερόμενος σε μία περίπτωση καταπάτησης του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας σχετιζόμενη με έναν πατέρα, μάρτυρα του Ιεχωβά, ο οποίος είχε απαγορεύσει τη συμμετοχή του γιου του στη σχολική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, αφού οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν χαιρετούν τη σημαία, με αποτέλεσμα ο γιος του να αποβληθεί. Ο κ. Αλιβιζάτος εξήρε το θάρρος και την αποφασιστικότητα του μακαρίτη Φαίδωνα Βεγλερή σχετικά με την αναγκαιότητα υπεράσπισης αυτής της υπόθεσης, σε αντίθεση με τα διλήμματα που αντιμετώπισε ο ίδιος, δεδομένου πως την εποχή που συνέβαιναν αυτά η έμφαση όλων των δημοκρατικών προσωπικοτήτων και των νομικών δινόταν σε ζητήματα πολιτικών ελευθεριών – τα ζητήματα των θρησκευτικών ελευθεριών ήταν σε δεύτερη μοίρα ή, μάλλον, στο σκοτάδι.

Η εκδήλωση μπήκε σε μία νέα φάση, όπου κλήθηκε να μιλήσει όποιος ήθελε. Αργότερα ακολούθησε η φάση της υποβολής ερωτήσεων από μέλη του ακροατηρίου στο πάνελ. Ας σταθούμε όμως πρώτα σε αυτούς που πήραν το λόγο και τοποθετήθηκαν χωρίς να ανήκουν στο πάνελ της εκδήλωσης.

Πρώτος εξ αυτών ήταν ο κ. Χρήστος Ράμμος, πρώην αντιπρόεδρος του ΣτΕ, ο οποίος χαρακτήρισε τις αποφάσεις του ΣτΕ για το μάθημα των Θρησκευτικών μεγάλο λάθος που μας πάει 25 χρόνια πίσω (όπως έγραψα και πριν, πρόκειται για δύο αποφάσεις, την 660/2018 και την 926/2018, που λήφθηκαν με μικρή χρονική απόσταση η μία από την άλλη – η πρώτη αφορούσε το μάθημα των θρησκευτικών στο δημοτικό και το γυμνάσιο ενώ η δεύτερη στο λύκειο. Αμφότερες ήταν προϊόντα 17μελών συνθέσεων του ΣτΕ –της μικρότερης αριθμητικά σύνθεσης του δικαστηρίου που μπορεί να χαρακτηριστεί ως Ολομέλεια– και αμφότερες διέπονταν από την ίδια συλλογιστική και φιλοσοφία, συχνά όμως στην εκδήλωση οι παρευρισκόμενοι αναφέρονταν σε αυτές σαν να επρόκειτο για μία απόφαση). Ο κ. Ράμμος διατύπωσε την άποψη πως η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ένα θρησκευόμενο κράτος αλλά αντίθετα ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος θρησκευτικά ουδέτερο. Δεν μπορεί να διαμορφώνει μέσω της παιδείας έναν πολίτη ο οποίος θεωρεί ως μόνη αλήθεια αυτή που επιβάλλει η Ορθόδοξη Εκκλησία και φορτώνεται με ενοχές και συνήθειες που δεν μπορεί να αποβάλει αργότερα. Επεσήμανε πως οι ορθόδοξοι αντιμετωπίζονται όπως το ορθόδοξο millet την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, ήτοι ως κτήματα των θρησκευτικών τους ηγετών, χωρίς να υπολογίζονται οι αποχρώσεις και διχογνωμίες στην κοινότητά τους καθώς και οι περιπτώσεις θρησκευτικής αδιαφορίας. Έψεξε τις αποφάσεις αυτές του ΣτΕ για τα θρησκευτικά ως χρησιμοποιούσες την αρχή της ισότητας, με τελείως εσφαλμένο τρόπο όταν αναφέρονται στην ισότητα που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων, αναφορικά με τον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών. Κατηγόρησε το δικαστήριο πως μετατράπηκε σε παιδαγωγικό ινστιτούτο και μάλιστα ειδικευμένο στη θεολογία, πρακτική που χαρακτήρισε ως υπέρβαση εξουσίας από μέρους των δικαστών. Τέλος, στηλίτευσε το γεγονός πως, επί πενήντα μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, η απόφαση λήφθηκε από δεκαεπτά μεταξύ των οποίων πλειοψήφησαν οι εννέα. Κατέκρινε την επιμονή του τότε προέδρου του ΣτΕ Νικολάου Σακελλαρίου να εμμένει στις δεκαεπταμελείς συνθέσεις της Ολομέλειας, αντιδιαστέλλοντας αυτή την πρακτική με την παλαιότερη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ για το ζήτημα των ταυτοτήτων, η οποία είχε ληφθεί από τεσσαρακονταμελή σύνθεση.

 

Ο λόγος στο ακροατήριο

Μετά τοποθετήθηκε δημόσια ένας κύριος ο οποίος μίλησε κατά τρόπο χειμαρρώδη και έντονο - και από τα πολλά που είπε θα σταθώ στην τοποθέτησή του πως δεν υπάρχει επιστήμη της θρησκειολογίας αλλά επίμέρους επιστήμες τις θρησκείας. Η ελληνική ορθόδοξη θρησκεία είναι κρατική από τη γένεσή της και έπαιξε το ρόλο ενοποιητικής ιδεολογίας στο αρτιγέννητο νεοελληνικό κράτος. Η εκκλησία πρέπει να αναλάβει την εκπαίδευση των δικών της θεολόγων και όχι τα κρατικά πανεπιστήμια. Επισήμανε την ταύτιση της ελληνικής συντηρητικής Δεξιάς με την κρατική ορθοδοξία και έδωσε το συγκεκριμένο παράδειγμα της κατάργησης επί υπουργίας Σουφλιά της διδασκαλίας της κοινωνιολογίας από όλες τις Στρατιωτικές Σχολές, καθώς και από τις Σχολές της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής, δεδομένου πως η διδασκαλία της καλλιεργεί την πολιτική ελευθερία – προφανώς σε αντίθεση με την ορθόδοξη κρατική ιδεολογία της Δεξιάς που διαμορφώνει πιστούς υπηκόους.

Τη συζήτηση έκλεισε ο καθηγητής και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Τάσος Κουράκης, ο οποίος, βασισμένος σε δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, έβγαλε το συμπέρασμα πως η συγκρότηση των σχολικών προγραμμάτων, αν γίνει η Ν.Δ. κυβέρνηση, θα πάψει να αποτελεί αρμοδιότητα ενός κεντρικά σχεδιάζοντος κράτους και θα περάσει στις επιμέρους τοπικές εξουσίες, οπότε όλα αυτά τα σοβαρά θέματα θα περάσουν στη διακριτική ευχέρεια τοπικών δημάρχων και μητροπολιτών. Πρόσθεσε πως τα θέματα της θρησκείας είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν να λύσουν ζητήματα υπαρξιακά στα οποία δεν συγχωρείται επιβολή. Βέβαια κάποιος όχι τόσο καλοπροαίρετος –όπως εγώ, για παράδειγμα– θα μπορούσε να αντιτείνει πως η πρόταξη της θρησκευτικής ουδετερότητας από την κεντρική κρατική γραφειοκρατία σε έναν μέχρι πρότινος θρησκευόμενο πληθυσμό όπως και το παζάρι μεταξύ των τοπικών πολιτικών παραγόντων και των θρησκευτικών τους προκαταλήψεων στα τοπικά τους φέουδα συνιστούν εξ ίσου πράξεις επιβολής για όσους τις υφίστανται, με δεδομένο ότι τα ζητήματα που άπτονται του νοήματος της ζωής είναι αναπόδραστα ζητήματα ισχύος, όπως τόνιζε μετ’ επιτάσεως ο μακαρίτης Παναγιώτης Κονδύλης… Αλλά όλα αυτά θα μας πήγαιναν πολύ μακριά ενώ πρέπει τώρα να στραφούμε στην πιο δημοκρατική φάση της εκδήλωσης: την υποβολή ερωτήσεων από το κοινό.

Πρώτος από το κοινό μίλησε ένας συνάδελφος του αιτούντος Κλεάνθη Βουλαλά, ο οποίος περιγράφοντας την πραγματικότητα στο σχολείο του: το 85% των μαθητών, είπε, είναι παιδιά μεταναστών και προσφύγων, συνολικά 23 εθνικότητες. Τα παιδιά αυτά, τόνισε, είναι κατά 70% αλλόθρησκα. Σύμφωνα με τη παιδαγωγική επιστήμη, κανένα παιδί δεν πρέπει να αποκλείεται από καμία δραστηριότητα του σχολείου. Τώρα όμως, κάθε πρωί, η σχολική ημέρα αρχίζει με την προσευχή, δραστηριότητα που οδηγεί στον αποκλεισμό τα περισσότερα από τα παιδιά.

Στη συνέχεια, ο παριστάμενος Μηνάς Παπαγεωργίου έκανε μια ερώτηση προς το πάνελ, ιδίως προς τους κ. Φίλη και Θεοδωράκη, τους πολιτικούς δηλαδή, λέγοντας πως υπερτιμούν την πραγματική ισχύ της εκκλησίας σήμερα και τις δυνατότητες επηρεασμού δικαστών από τους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Επικαλέστηκε στατιστικές σύμφωνα με τις οποίες το 60% με 70% των πολιτών τάσσεται υπέρ του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους και τόνισε πως το έρεισμα του λόγου της εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα έχει εξασθενήσει και τα πολιτικά κόμματα έχουν υπερτιμήσει την ισχύ της εκκλησίας. Αναρωτήθηκε γιατί τον τελευταίο ένα με ενάμιση χρόνο έχει υποχωρήσει από τον δημόσιο διάλογο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο όρος «διαχωρισμός» έναντι του όρου «διακριτοί ρόλοι». Επεσήμανε πως το ποσοστό των Ελλήνων που δηλώνουν δημόσια άθεοι ήταν 6% το 2006 ενώ το 2016 είχε ανέβει στο 18%. Αναφέρθηκε επίσης σε χώρες όπως η Ισλανδία που το ποσοστό των θρησκευομένων στις νεότερες ηλικίες είναι εξαιρετικά χαμηλό. Έκλεισε δε διερωτώμενος για την αντοχή συγκεκριμένων άρθρων του συντάγματος αν το ποσοστό των χριστιανών στην Ελλάδα συνεχίσει να πέφτει. Η ερώτηση αυτή του κ. Παπαγεωργίου θεωρώ πως ήταν πολύ εύστοχη και έθεσε ένα πραγματολογικό ζήτημα. Είναι ακόμα η ελληνική κοινωνία μία χριστιανική ορθόδοξη κοινωνία στην πλειοψηφία της και άρα πρέπει να αντιμετωπίζεται από την πολιτική της ηγεσία ως τέτοια; Μήπως η πολιτική ηγεσία φοβάται και δεν έχει το ηθικό θάρρος να επικυρώσει θεσμικά μία αλλαγή ή οποία έχει ήδη συντελεστεί στα κοινωνικά πράγματα; Ακολουθεί ή θα ακολουθήσει η Ελλάδα μας την πορεία της Δυτικής Ευρώπης; Πρόσφατα διάβασα ένα έγκριτο και εμπεριστατωμένο βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο Πώς ο κόσμος μας έπαψε να είναι χριστιανικός[v]. Αναφέρεται βέβαια στη Γαλλία, πολλοί όμως μορφωμένοι Έλληνες θεωρούν τη γαλλική κοινωνία ένα πρότυπο το οποίο πρέπει να μιμηθούμε. Ας μείνουμε λίγο στη λεγόμενη «Δύση»[vi] στη οποία κάποιοι από εμάς θέλουν να ανήκουν και κάποιοι όχι. Μία από τις κυριότερες μορφές της θρησκευτικής της έκφρασης υπήρξε ο καθολικισμός, ο οποίος έχει την τύχη να έχει στον πηδάλιό του έναν ηγέτη με χαρακτηριστικά ροκ σταρ[vii]. Πώς τον έβλεπε ο έλληνας χριστιανός συγγραφέας, εκπαιδευτικός και δημοσιογράφος Σταύρος Ζουμπουλάκης ένα χρόνο μετά την εκλογή του;

Οι προσδοκίες που ενσαρκώνει ο πάπας Φραγκίσκος είναι πολλές, δυσανάλογα πολλές για τις δυνατότητες ενός ηλικιωμένου ανθρώπου. Μακάρι να έχει χρόνια μπροστά του και υγεία για να καταφέρει όσα περισσότερα προλάβει. Μην έχουμε ωστόσο αυταπάτες: ο λόγος και τα έργα του σημερινού πάπα δεν πρόκειται να γυρίσουν πίσω το ποτάμι του αποχριστιανισμού της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, δεν θα ξαναγεμίσουν τις εκκλησίες. Οι πάπες γίνονται δημοφιλείς και αγαπητοί σε εκατομμύρια ανθρώπους, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, οι ναοί όμως στη Δύση συνεχίζουν παραταύτα να αδειάζουν, όπως επεσήμανε ο Ζακ Ζυλλιάρ (JacquesJulliard, περ. Marianne, 4 Ιανουαρίου 2014). Ό,τι και να γίνει όμως, ο τρόπος με τον οποίο ο πάπας Φραγκίσκος ζει το Ευαγγέλιο, ένας τρόπος απλός, χαρούμενος, τρυφερός, άφοβος, ανήσυχος, ερωτηματικός, ανοιχτός, αποτελεί σημαντική μαρτυρία και παρακαταθήκη. Δόξα τω Θεώ.[viii]

Πέντε χρόνια μετά την εκλογή του, το αποτύπωμά του ακόμα και στην ισχνή σε αναλογία καθολικών πιστών Ελλάδα είναι αρκετά ισχυρό ώστε το ελληνόφωνο περιοδικό της κοινότητας των Ιησουιτών στην Ελλάδα να κυκλοφορήσει το πιο πρόσφατο τεύχος του με εξώφυλλο και αφιέρωμα: «5 χρόνια με τον πάπα Φραγκίσκο»[ix]

Εμείς; Κατά τη άποψη πάλι του Σταύρου Ζουμπουλάκη, όπως αυτή διατυπώνεται στο προλογικό σημείωμα μιας ακόμη συλλογής κειμένων του,

Στη σημερινή Ευρώπη πάντως –εννοώ αξεχώριστα και την Ελλάδα– ο άνεμος της ιστορίας έχει κυριολεκτικά σαρώσει το χριστιανισμό. Η Ευρώπη είναι γεμάτη χριστιανικά μνημεία, στους κατοίκους της όμως η χριστιανική πίστη είναι προ πολλού ξένη και ακατανόητη, όταν δεν είναι απωθητική, ενώ στην καλύτερη περίπτωση αναγνωρίζεται και διεκδικείται απλώς ως πολιτιστική ταυτότητα.[x]

Αν λοιπόν η Ελλάδα –η οποία νοείται αξεχώριστα από την Ευρώπη– είναι έτσι, τότε γιατί το Συμβούλιο της Επικρατείας έβγαλε τις απόφάσεις 660/2018 και 926/2018 σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών και η μεταρρύθμιση που επιχειρήθηκε συνάντησε μια αντίδραση ικανή τουλάχιστον να οδηγήσει στην απομάκρυνση του υπουργού Παιδείας που την εισηγήθηκε και έκανε τον αρχηγό του ήσσονος κυβερνητικού εταίρου να πει στον αρχιεπίσκοπο με αφορμή ακριβώς αυτό το ζήτημα: «Μακαριώτατε, αν μου το ζητήσετε ρίχνω την κυβέρνηση»;

Ας κλείσουμε και αυτή την παρένθεση και ας επιστρέψουμε στις ερωτήσεις του ακροατηρίου. Ο Βασίλης Πολιτάκος, εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Μενίδι, αναρωτήθηκε δυνατά και δημόσια αν το ζήτημα του εκκλησιασμού και της προσευχής είναι μείζον ώστε να αφιερώνονται σε αυτό ημερίδες και να γίνονται δικαστήρια. «Αυτό είναι το θέμα της εκπαίδευσης, η πρωινή προσευχή;» είπε, όχι χωρίς ειρωνεία. Προφανώς οι πολιτισμικοί πόλεμοι είναι ελαφρύ θέμα κατά την κρίση του, θα προσέθετα εγώ, όχι χωρίς ειρωνεία.

Ο Τάσος Κωστόπουλος, δημοσιογράφος, σχολίασε προηγούμενη παρατήρηση του ομότιμου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου και συντονιστή της εκδήλωσης Νίκου Αλιβιζάτου, κατά τον οποίο το ζήτημα της προσευχής στα σχολεία έχει λυθεί εδώ και πενήντα χρόνια στις ΗΠΑ. Είπε λοιπόν στο σχόλιό του ο δημοσιογράφος πως στις ΗΠΑ «πιο κάτω», δηλαδή για τους απλούς πολίτες, οι δημόσιοι χώροι που είναι προσιτοί είναι οι εκκλησίες, και μία συγκέντρωση αντίστοιχη με αυτή της ΕλΕΔΑ στις ΗΠΑ θα γινόταν σε εκκλησία και θα ξεκινούσε με προσευχή. Δεν ήξερα πώς ακριβώς να εκλάβω τα λόγια του γιατί δεν γνωρίζω τον εκφραστικό του κώδικα, υποθέτω όμως (και αυτή είναι μια δική μου ερμηνεία) πως στις ΗΠΑ, αν δεν είναι κάποιος μέλος της πολιτικής και πνευματικής ελίτ, το πιθανότερο είναι ότι το μόνο δημόσιο forumστο οποίο έχει πρόσβαση και στο οποίο έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί ελεύθερα είναι η τοπική του εκκλησία.

Στη συνέχεια πήρε το λόγο μία κοινωνιολόγος, υπεύθυνη για τα ζητήματα θρησκευτικής εκπαίδευσης στο Ποτάμι, από τα λεγόμενα της οποίας συγκρατώ κυρίως την επισήμανσή της πως το αίτημα της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών με τον τρόπο που υφίσταται τώρα έχει στιγματιστικό χαρακτήρα για όσους το επιχειρούν.

Τελευταία ερώτηση/τοποθέτηση από το ακροατήριο ήταν αυτή της κ. Ζαμπέτα, καθηγήτριας στο ΕΚΠΑ, η οποία έπλεξε το εγκώμιο της ΕλΕΔΑ και παρατήρησε πως το μάθημα των θρησκευτικών ήταν ομολογιακό και ουσιαστικά παραμένει ομολογιακό και πως δεν υπονομεύεται μόνο το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία με αυτό τον τρόπο αλλά η εξώθηση κάποιων να ζητήσουν απαλλαγή από τα θρησκευτικά εξ αιτίας του ομολογιακού χαρακτήρα του μαθήματος υπονομεύει και το δικαίωμα στην εκπαίδευση των τελευταίων. Αναφερόμενη δε στη μελέτη των εκπαιδευτικών συστημάτων της Ευρώπης στην οποία έχει προβεί επεσήμανε πως πουθενά δεν συνάντησε τον όρο «μάθημα θρησκειολογίας».

 

Οι απαντήσεις των ομιλητών

Ποιες ήταν λοιπόν οι απαντήσεις του πάνελ στις ερωτήσεις/ τοποθετήσεις του ακροατηρίου; Ας δούμε:

Ο κ. Μενουδάκος στην ερώτηση για την αντοχή των συνταγματικών διατάξεων σχετικά με τη θρησκεία και την εκπαίδευση στο χρόνο και στον εξελισσόμενο αποχριστιανισμό της ελληνικής κοινωνίας απάντησε αναφέροντας τον πολύπλοκο χαρακτήρα της συνταγματικής αναθεώρησης και δήλωσε επιφυλακτικός απέναντι στις πληθωρικές αναθεωρήσεις, δεδομένου πως δεν ανήκει σε εκείνους που αποδίδουν όλα τα κακά της κοινωνίας στις ατέλειες του συντάγματος.

Ο κ. Αλιβιζάτος έκανε μία παρατήρηση λέγοντας πως έχει υπάρξει αποδέκτης καταγγελιών εκπαιδευτικών κατά τους οποίους συγκεκριμένες σκηνές από τον Λεωνή και την Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά δεν θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία γιατί είναι πορνογραφικές. Με αυτή του την παρατήρηση ήθελε προφανώς να δείξει πόσο συντηρητική είναι ακόμα σε ορισμένα σημεία η νεοελληνική δημόσια εκπαίδευση και, συνεπώς, πόσο αναγκαίος είναι ο εκσυγχρονισμός της. Εγώ προσωπικά έχω διαβάσει την Αργώ ως μαθητής και αυτό που συγκράτησα από αυτήν αργότερα ως φοιτητής Νομικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είναι η διαφορά ανάμεσα στην έντονα προβληματισμένη και γεμάτη ζυμώσεις και ανησυχίες φοιτητική κοινότητα που περιγράφει ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του και την πραγματικότητα που αντιμετώπισα ο ίδιος ως φοιτητής. Υπήρχαν όντως κάποιες σκηνές κάπως πιο τολμηρές στην Αργώ, αλλά δεν μου έμειναν αυτές στη μνήμη – και ακόμα λιγότερο πιστεύω θα μείνουν στη μνήμη των σημερινών μαθητών, των οποίων οι ανάλογες παραστάσεις είναι λόγω των νέων τεχνολογιών πολύ πλουσιότερες και φαντασμαγορικότερες από τις δικές μας στην ηλικία τους.

Ο κ. Βουλαλάς, απαντώντας στον συνάδελφό του που διερωτήθηκε για τη σημασία των ζητημάτων που έθιγε η εκδήλωση σχετικά με την εκπαίδευση, τόνισε πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα της θρησκείας στην εκπαιδευτική διαδικασία και επισήμανε πως τέτοια προβλήματα δεν αντιμετωπίζουμε μόνο στη χώρα μας, ότι τα αντιμετωπίζουν πολλές χώρες στις οποίες ο χριστιανισμός υπήρξε πλειοψηφικός. Εγώ θα προσέθετα και σε πολλές χώρες που κάποια θρησκευτική πεποίθηση υπήρξε κυρίαρχη και πλειοψηφική σε βάθος χρόνου. Το αν το αίτημα μιας πλουραλιστικής θρησκευτικής εκπαίδευσης τέθηκε και εν μέρει πραγματώθηκε στις χώρες με κυρίαρχη τη χριστιανική παράδοση και όχι στην ίδια έκταση σε χώρες με κυρίαρχες άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, όπως για παράδειγμα τη μουσουλμανική, είναι ένα μεγάλο, αμφιλεγόμενο και λεπτό θέμα, στο οποίο δεν θα υπεισέλθω στο παρόν κείμενο – παραμένει όμως ανοιχτό ζήτημα.

Στη συνέχεια ήταν η σειρά του κ.Φίλη να απαντήσει στις ερωτήσεις που είχε θέσει το ακροατήριο, και από τα πολλά και ενδιαφέροντα που είπε θα αναφέρω τα εξής: Ο πρώην υπουργός τόνισε την προσπάθεια που καταβλήθηκε επί της υπουργίας του να επιτευχθεί μια δημοκρατική μεταρρύθμιση του δημόσιου σχολείου και επισήμανε πως ο τρόπος που διδάσκεται η θρησκεία της αγάπης σε πολλά σχολεία δημιουργεί προβλήματα. Στάθηκε στις ελλείψεις των μαθητών σε ζητήματα γλώσσας και ιστορίας και είπε πως το πλαίσιο της συζήτησης για το ουδετερόθρησκο σχολείο είναι αυτό μιας εκπαίδευσης που κυριαρχείται από χρησιμοθηρική, ωφελιμιστική και τεχνοκρατική αντίληψη. Εστιάζοντας στην ερώτηση/ τοποθέτηση για την υπερεκτίμηση της ισχύος της εκκλησίας απάντησε πως τώρα η ισχύς της εκκλησίας εκδηλώνεται παρασκηνιακά και η επιρροή της στη δικαιοσύνη και την εκπαίδευση είναι ακόμα μεγάλη. Εκκλησιαστικοί παράγοντες μπαινοβγαίνουν στα σχολεία και, για να γίνει πιο συγκεκριμένος, αναφέρθηκε σε Μητροπολίτη της Αττικής –τον οποίο δεν κατονόμασε– ο οποίος κάθε Τετάρτη έμπαινε στη σχολική αίθουσα κατά τη διάρκεια του μαθήματος των θρησκευτικών. Σχετικά με το ζήτημα των σχολικών προγραμμάτων είπε πως η Εκκλησία ενημερώνεται αλλά δεν συναποφασίζει. Το ζήτημα της ορολογίας, δηλαδή, το γιατί προτιμάται τελευταία στον δημόσιο λόγο ο όρος «διακριτοί ρόλοι» έναντι του όρου «διαχωρισμός», έχει να κάνει με το εκάστοτε εκκλησιαστικό κατεστημένο το οποίο επί του προκειμένου ζητήματος λέει πως δεν μπορεί να χωριστεί η Μάνα (δηλαδή η Εκκλησία) από το παιδί της (τον λαό). Η συνεχής επίκληση ιστορικών λόγων μας οδηγεί όμως σε μία κατάσταση που θυμίζει Μεσαίωνα. Επικεντρωνόμενος στις συνταγματικές διατάξεις και την αναγκαιότητα ή όχι αναθεώρησής τους, ο πρώην υπουργός απέδωσε καθαρά συμβολικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα στην προμετωπίδα του συντάγματος που αναφέρεται στην Αγία και Ομοούσιο και Αδιαίρετο Τριάδα. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο άρθρο 3 που ρυθμίζει τις σχέσεις εκκλησίας και πολιτείας και είπε πως δεν χρειάζεται να υπάρχει κάνοντας μία εξαίρεση για το θέμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο θα μπορούσε να υπαχθεί σε ένα άλλο άρθρο, άποψη με την οποία συντάχθηκε και ο καθ’ ύλην αρμόδιος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος. Το άρθρο που ορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο του όρκου ανάληψης των καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας κρίθηκε επίσης προβληματικό, θα ανέκυπταν προβλήματα σε περίπτωση εκλογής ενός μουσουλμάνου ή άλλου αλλοθρήσκου ή αθρήσκου στο ύπατο αξίωμα της χώρας. Έφτασε και στο περίφημο άρθρο 16 του Συντάγματος απέναντι στη αναθεώρηση του οποίου στάθηκε με επιφύλαξη, θεωρώντας πως τέτοια διαδικασία θα εστιαζόταν κυρίως στο ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων επισκιάζοντας την προβληματική για την αποστολή και το σκοπό της εκπαίδευση. Φοβούμενος γενικά τη μελλοντική ανάδειξη μιας συντηρητικής πλειοψηφίας, ο κ. Φίλης στάθηκε με δυσπιστία στο εγχείρημα της συνταγματικής αναθεώρησης, λέγοντας πως το υπάρχον σύνταγμα δεν μας εμποδίζει να δημιουργήσουμε συνθήκες για την ανάδειξη του ουδετερόθρησκου σχολείου.

Είχε έρθει η σειρά του κ. Θεοδωράκη να απαντήσει στις ερωτήσεις του κοινού και εκείνος δεν έχασε την ευκαιρία για μια αβανταδόρικη εισαγωγή, διατυπώνοντας την άποψη πως η απαγόρευση των ιδιωτικών πανεπιστημίων αποτελεί αναχρονισμό. Η τοποθέτησή του αυτή έγινε δεκτή με χειροκροτήματα από μέρος του κοινού. Απευθυνόμενος στον καθηγητή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που είχε αμφισβητήσει τον μείζονα χαρακτήρα της θεματολογίας της εκδήλωσης, ήτοι της προσευχής και του εκκλησιασμού, για την εκπαίδευση, ο αρχηγός του Ποταμιού απάντησε πώς ασφαλώς αυτά τα ζητήματα δεν είναι τα μείζονα για τη σημερινή εκπαίδευση, όπως για παράδειγμα είναι η αξιολόγηση των καθηγητών ή η αλλαγή των βιβλίων ιστορίας, αλλά δεν είμαστε χιμπατζήδες για να μην μπορούμε να ασχολούμαστε με περισσότερα του ενός θέματα. Αναφορικά με την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, επεσήμανε πως σχέδια υπήρχαν και υπάρχουν, αλλά το καίριο ζήτημα είναι ποιοι άνθρωποι επιλέγονται να υλοποιήσουν αυτά τα σχέδια στην ελληνική κοινωνία.

Ο κ. Ιωαννίδης απάντησε στις ερωτήσεις που το κοινό είχε υποβάλει στο πάνελ, επισημαίνοντας πως το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας στην εκπαίδευση είναι από τα μείζονα ζητήματα και, μολονότι δεν εντοπίζεται σοβαρό έλλειμμα του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, στην εκπαίδευση υπάρχει ένα θέμα. Τα ζητήματα που μας απασχολούν στην καθημερινότητα είναι ζητήματα νόμων και συνεπώς πολιτικής βούλησης. Εξέφρασε επίσης τη διαφωνία του με την άποψη πως πρέπει να υπάρχει στο σχολείο μάθημα θρησκευτικών που να βοηθά την ένταξη των μειοψηφιών στην ελληνική κοινωνία.

Ο κ. Αλιβιζάτος είπε πως τα σχολικά προγράμματα πρέπει να αποτελούν αρμοδιότητα της κυβέρνησης, δεν θα πρέπει όμως να υπερβαίνουν το όριο που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, το όριο δηλαδή της «πλύσης εγκεφάλου» η οποία είναι ισοδύναμη ως έκφραση με τον αγγλικό όρο “indoctrination”. Θέλοντας να καθησυχάσει τους φόβους του Τάσου Κουράκη αναφορικά με την πιθανή υπαγωγή τόσο κρίσιμων ζητημάτων, όπως αυτά που είχαν συζητηθεί κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, στη διακριτική ευχέρεια τοπικών παραγόντων και παραγοντίσκων, δημάρχων, μητροπολιτών και άλλων, ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου μνημόνευσε τον Αλέξη Δημαρά, ο οποίος αποδεχόταν τον κεντρικό σχεδιασμό της εκπαίδευσης από το υπουργείο Παιδείας, επέμενε όμως στη μέριμνα για τις εκάστοτε τοπικές ιδιαιτερότητες και ανάγκες, ώστε να επιτυγχάνεται η αναγκαία ισορροπία. Έκλεισε δε εξαίροντας τη σημασία της γενικής παιδείας, τονίζοντας ότι, από την πολυετή του εμπειρία στο γνωστικό αντικείμενο στο οποίο έχει αφιερώσει τη ζωή του, οι καλύτεροι νομικοί της πράξης και δικηγόροι είναι οι έχοντες γενική παιδεία.

Σε γενικές γραμμές αυτά έγιναν και ειπώθηκαν στη εκδήλωση «Σχολείο και Θρησκευτική Ελευθερία» που οργανώθηκε από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου η οποία είχε αφορμή την αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο Επικρατείας κατά του προεδρικού διατάγματος για τη λειτουργία των σχολείων, και συγκεκριμένα κατά των διατάξεων για τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό και την πρωινή προσευχή την οποία υπέβαλε η ΕλΕΔΑ. Τα θέματα που ανέκυψαν όμως ήταν πολύ ευρύτερα και έχουν εκφάνσεις νομικές, πολιτικές, κοσμοθεωρητικές, αλλά και καθαρά πρακτικές. Πρόκειται για μία θεματολογία που εφάπτεται του πεδίου των πολιτισμικών πολέμων και για ένα χώρο που οι απλούστερες καθημερινές πράξεις προϋποθέτουν και εξωτερικεύουν μύχιες σκέψεις και βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις. Μακάρι να γίνεται νηφάλιος και γόνιμος δημόσιος διάλογος για αυτά τα ζητήματα στην ελληνική κοινωνία.

 


[i] Για τη συγκεκριμένη εκδήλωση υπάρχει στην ηλεκτρονική έκδοση του Books’ Journal το άρθρο μου «Αθήνα, πόλη των Αντιφάσεων», αναρτημένο την Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018 (http://booksjournal.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2679:athena).

[ii] Για μία «συντηρητική» τοποθέτηση σχετικά με την απόφαση αυτή του ΣτΕ μπορεί να ανατρέξει κανείς στο κείμενο του Θεοδώρου Δ. Παπαγεωργίου «Μάθημα (Θρησκευτικής) Ταυτότητας ή Μάθημα (Διαθρησκειακού) Διαλόγου; (Παρατηρήσεις στη Σ.τ.Ε. 660/2018 Ολομ.)», το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου Νομοκανονικά, τχ. 1, 16ο έτος, Μάιος 2018, σ. 77-93.

[iii] Μελέτη των πορισμάτων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα καθώς και του συγγενούς της θεσμού του Συνηγόρου του Πολίτη στο πεδίο των θρησκευτικών ζητημάτων γίνεται στο βιβλίο του Γεωργίου Ι. Ανδρουτσόπουλου, Οι Ανεξάρτητες Αρχές για Ζητήματα Θρησκείας (Συνήγορος του Πολίτη – Αρχή Προστασίας Δεδομένων) – εκδ. Σάκκουλα, σειρά Νομοκανονικά Παράφυλλα, διεύθυνση του (ομότιμου καθηγητή Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου) Ιωάννη Κονιδάρη.

[iv] Παραθέτω ολόκληρη τη σχετική παράγραφο από το βιβλίο του Σαμ Χάρρις υπογραμμίζοντας την κρίσιμη λέξη: “ThereisanepidemicofscientificignoranceintheUnitedState. This isn’t surprising, as very few scientific truths are self-evident and many are deeply counterintuitive. It is by no means obvious that empty space has structure or that we share a common ancestor with both the housefly and the banana. It can be difficult to think like a scientist (even, we have begun to see, when one is a scientist). But it would seem that few things make thinking ike a scientist more difficult an attachment to religion”: στο Sam Harris, The Moral Landscape: How Science Can Determine Human Values, Black Swan edition 2012, Chapter 4 “Religion”, σ. 225.

[v] Guillaume Cuchet, Comment Notre Monde A Cessé D’Etre Chrétien: Anatomie d’un effondrement,éditions du Seuil, Février 2018.

[vi] Σε άρθρο του στο βρετανικό πολιτικό περιοδικό The Spectator, 15/4/2017, ο συγγραφέας του πολυσυζητημένου στις ΗΠΑ βιβλίου, The Benedict Option: Α Strategy for Christians in Post-Christian Nation, Rod Dreher, αφού παραθέτει κάποιες στατιστικές σχετικές με τη Βρετανία και την Αγγλικανική Εκκλησία, προβαίνει στην ακόλουθη λιτή και περιεκτική διατύπωση: “To be a practicing Christian in the West now is to belong to a minority”. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του για να έχω ολοκληρωμένη άποψη αλλά θα παραθέσω ορισμένα ακόμα αποσπάσματα από το το άρθρο του τα οποία καταδεικνύουν πόσο έχει προχωρήσει σε μια κατεύθυνση που οδηγεί απροκάλυπτα στον κοινοτισμό: “Yes, butinthecontemporaryworld, italsomeansbeingdifferent. In order to be faithfully Christian now and in the foreseeable future, believers will have to become more like Orthodox Jews and Muslims in the way they live out their religion They will have to recognize themselves as outsiders, and cease to care about conforming to the norms of secular society”. Τις ίδιες απόψεις διατυπώνει ο συγγραφέας και σε συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο Eugénie Bastié της γαλλική εφημερίδας Le Figaro,“Est-il possibled’ etrechrétien dans un mondequine l’est plus?”. H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας στις 6 Οκτωβρίου 2017. Δεν είναι βέβαια τυχαία η έκθεση των απόψεών του στον Spectator και στη Figaro, μέσων με συγκεκριμένο συντηρητικό προσανατολισμό.

[vii] Τον χαρακτηρισμό οφείλω σε άρθρο της Κίττυς Ξενάκη στην εφημερίδα Τα Νέα του Σαββατοκύριακου 1-2 Σεπτεμβρίου 2018. Στο εν λόγω άρθρο που βρίσκεται στη σελίδα 43 και τιτλοφορείται «Πάπας Φραγκίσκος: Συνεργός ή θύμα συνωμοσίας;» διαβάζουμε στον πλαγιότιτλο: «Περίοδος χάριτος τέλος για τον ροκ σταρ επικεφαλής της Καθολικής Εκκλησίας που θέλει να λέγεται προοδευτικός».

[viii] «Για μία Εκκλησία Φτωχή και των Φτωχών», συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης του πάπα Φραγκίσκου στον π. Αντόνιο Σπαντάρο. Ελληνική μετάφραση από τον Θεόδωρο Κοντίδη. Εκδόσεις Πόλις 2014. Το απόσπασμα που παρέθεσα είναι από το Επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Προσευχή και ηθική πράξη: Για τον Πάπα Φραγκίσκο ένα χρόνο μετά την εκλογή του», σελ. 80-81.

[ix] Στο διμηνιαίο καθολικό περιοδικό θρησκευτικού & κοινωνικού προβληματισμού των Ιησουιτών, Ανοιχτοί ορίζοντες, τχ. 1111, Μάιος- Ιούνιος 2018, δημοσιεύτηκε το άρθρο «5 χρόνια με τον πάπα Φραγκίσκο» της Ειρήνης Κουτελάκη, σ. 4-20. Αν και είναι προσαρμοσμένο στα καθολικά πρότυπα ευπρέπειας, απέχει πάντως από το να υιοθετεί αγιογραφικό και αμιγώς δοξαστικό τόνο αναφορικά με την πολιτεία του Ποντίφικα, αν και η γενική εντύπωση κλίνει προς μια θετική αποτίμηση.

[x] Σταύρος Ζουμπουλάκης, Χριστιανοί στον Δημόσιο Χώρο: Πίστη ή πολιτιστική ταυτότητα;, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, δεύτερη έκδοση Αθήνα 2010. Το απόσπασμα από το προλογικό σημείωμα, σ. 11.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κατακαημένη Ευρώπη! Στις όχθες του Ρουβίκωνα

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά