Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Οι προοπτικές της ανάπτυξης

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Γελοιογραφία του Αρκά. Γελοιογραφία του Αρκά. Αρκάς

Ενώ η κοινωνία βουλιάζει σε μια αποκαρδιωτική παθητικότητα, η εθνική αναπτυξιακή στρατηγική που κατέθεσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δείχνει πως συνεχίζει να μην έχει τη βούληση ή την ικανότητα να πορευτεί διαφορετικά.

Γράφοντας στο Βήμα της εποχής (9/9/1948), λίγο πριν από την εκκίνηση της εφαρμογής του Σχεδίου Μάρσαλ, ο Ξενοφών Ζολώτας υπογράμμισε τη σημασία της αποτελεσματικής αξιοποίησης της εξωτερικής οικονομικής συνδρομής μέσα από την εφαρμογή ενός σχεδίου για την ανασυγκρότηση της χώρας το οποίο, «θα ενθουσιάση και τους χρηματοδότας μας και τον λαόν μας, θα επιτύχη το θαύμα της οικονομικής μας ορθοποδήσεως». Πραγματικά, παρά τους σημαντικούς πόρους που συνέρευσαν στην ελληνική οικονομία την επόμενη πενταετία, τα αποτελέσματα δεν ανταποκρίθηκαν στους επιθυμητούς στόχους. Το μεγαλύτερο μέρος των πόρων κατευθύνθηκε στις υψηλές στρατιωτικές δαπάνες και τις απαιτήσεις της δημοσιονομικής πολιτικής, συνέβαλε στην ανάπτυξη του τομέα των δικτύων και των υποδομών, ωστόσο η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν επετεύχθη. Η ιδιωτική επιχειρηματικότητα δεν στάθηκε στο ύψος των απαιτήσεων, η δημόσια διοίκηση δεν κατόρθωσε να υποστηρίξει αποτελεσματικά τους αναπτυξιακούς στόχους, οι θεσμοί συνέχισαν να φέρουν έντονο το αποτύπωμα της ιστορικής εξάρτησης.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια περίοδο που παρουσιάζει ιστορικές ομοιότητες. Τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα ακολούθησε διαδοχικά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, τα οποία με τις σημαντικές (αν και άνισες) θυσίες των ελλήνων πολιτών συνέβαλαν στην αποτροπή μιας επαπειλούμενης χρεοκοπίας, στον εξορθολογισμό των δημόσιων οικονομικών, προώθησαν την οικονομική λογική έναντι των πελατειακών λογικών του πολιτικού μας συστήματος. Ωστόσο, μένουν ακόμη πολλά να γίνουν. Κυρίως πρέπει να μειώσουμε δραστικά τα κοινωνικά απαράδεκτα και οικονομικά επιζήμια υψηλά ποσοστά ανεργίας (με τους σημερινούς ρυθμούς αποκλιμάκωσης, η ανεργία θα υποχωρήσει στα προ κρίσης επίπεδα το 2030), να καλύψουμε τη διευρυνόμενη απόσταση που μας χωρίζει με τους ευρωπαίους εταίρους μας στο πλαίσιο της συνοχής. Οι παραπάνω στόχοι απαιτούν την εφαρμογή ενός εθνικού προγράμματος θεσμικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων.

Δυστυχώς, το σχέδιο εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής που παρουσίασε η κυβέρνηση εντείνει τις ανησυχίες για μια ακόμη χαμένη ευκαιρία. Με καθυστέρηση ετών το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης κατάρτισε ένα σχέδιο το οποίο αποτελεί στο μεγαλύτερο μέρος του μια συρραφή δράσεων που ήδη υλοποιούνται στο πλαίσιο των συμβατικών μας υποχρεώσεων (Μνημόνιο) ή έχουν ήδη προγραμματιστεί στο παρελθόν. Περιλαμβάνει μέτρα χωρίς κοστολόγηση ή επαρκή τεκμηρίωση, δράσεις χωρίς σαφή ιεράρχηση και διασύνδεση με τις αναπτυξιακές προτεραιότητες, ανακύκλωση ιδεών του παρελθόντος (πχ. συνεταιριστικές τράπεζες), χωρίς λεπτομερείς διαδικασίες υλοποίησης και χωρίς μηχανισμούς παρακολούθησης. Ακόμη χειρότερα, από την προβαλλόμενη εθνική στρατηγική απουσιάζει κάθε φιλόδοξη στόχευση,  κατεβάζοντας τον πήχη των προσδοκιών και ταυτίζοντας την ανάπτυξη με τη μόχλευση των δημόσιων πόρων.

Για τις προοπτικές της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας  έχουν σημασία οι παρακάτω τρεις παρατηρήσεις:

Πρώτον, η επίτευξη δυναμικών και διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης απαιτούν τη μεγάλη συμμετοχή των εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων. Μελετώντας τους περιορισμούς της μεταπολεμικής οικονομίας υπό το βάρος της ολοκλήρωσης του σχεδίου Μάρσαλ στην περίφημη έκθεσή του (Έκθεση επί του Οικονομικού Προβλήματος της Ελλάδος, 1952), ο Κυριάκος Βαρβαρέσος επεσήμανε τις δυνατότητες αξιοποίησης των εγχώριων πόρων σε περιβάλλον αδυναμίας άντλησης εξωτερικής χρηματοδότησης. Αντίστοιχα σήμερα, οι ευπρόσδεκτες άμεσες ξένες επενδύσεις δεν μπορούν να καλύψουν το χρηματοδοτικό κενό της οικονομίας στο σύνολό του. Ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό σχέδιο θα πρέπει να κινητοποιήσει τους σημαντικούς λιμνάζοντες πόρους της εθνικής οικονομίας μέσα από την απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας, τη δημιουργία νέων αγορών και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Δεύτερον, οι κατάλληλοι θεσμοί επιταχύνουν την απόδοση της οικονομίας. Αντίθετα, η μικρή εμβέλεια των ελεγκτικών μηχανισμών στον περιορισμό των εξωθεσμικών δραστηριοτήτων (πχ. παραοικονομία), η διαρκής υποβάθμιση των θεσμικών πεδίων όπου η κυβέρνηση διατηρεί σημαντικούς βαθμούς ελευθερίας (πχ. παιδεία, υγεία), καθώς και των υποστηρικτικών θεσμών της ανάπτυξης (πχ. δικαιοσύνη, δημόσια διοίκηση) και για τα οποία το προτεινόμενο σχέδιο δεν κάνει αποτελεσματική αναφορά, υπονομεύουν σήμερα τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.

Τρίτον και όχι λιγότερο σημαντικό, μία μικρή χώρα έχει πολλές δυνατότητες ανάπτυξης στο βαθμό που το μικρό μέγεθός της ευνοεί κοινωνικές συναινέσεις που διευκολύνουν το μετασχηματισμό της οικονομίας. Είναι λοιπόν σημαντικό να συμφωνηθεί ένα σχέδιο που θα ενθουσιάσει, θα εμπνεύσει δίνοντας μία αίσθηση συλλογικής κατεύθυνσης και θα κινητοποιήσει τις αδρανείς δυνάμεις της κοινωνίας. Είναι λυπηρό η οικονομία και η κοινωνία να παγιδεύονται σήμερα στη στείρα και συγκρουσιακή λογική του εθνικολαϊκισμού.

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν κατόρθωσε τίποτε από τα παραπάνω. Αντίθετα, η οικονομία εγκλωβίζεται σε μία διαλυτική στασιμότητα χωρίς καμία αναπτυξιακή προοπτική και η κοινωνία βουλιάζει σε μια αποκαρδιωτική παθητικότητα. Η εθνική αναπτυξιακή στρατηγική που κατέθεσε δείχνει πως η κυβέρνηση συνεχίζει να μην έχει τη βούληση ή την ικανότητα να πορευτεί διαφορετικά.

 

 

Δημήτρης Σκάλκος

Πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος. Τελευταίο του βιβλίο: Αλήθειες για το φιλελευθερισμό (2008).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά