Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Θρησκείες σε εκκοσμικευμένες κοινωνίες

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Σύμβολα θρησκειών που έχουν διαδοθεί στον σύγχρονο κόσμο (από αριστερά): Μπαχάι Πίστη, Μουσουλμανισμός, Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός (αβρααμικές θρησκείες), Βουδισμός και Ινδουισμός. Σύμβολα θρησκειών που έχουν διαδοθεί στον σύγχρονο κόσμο (από αριστερά): Μπαχάι Πίστη, Μουσουλμανισμός, Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός (αβρααμικές θρησκείες), Βουδισμός και Ινδουισμός. Γράφημα Αρχείου

Μία απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας με βαρύτατο διακύβευμα: σκέψεις με αφορμή την εκδήλωση «Το μάθημα των Θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης απόφασης 660/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας» στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ).

Την Τετάρτη 9 Μαΐου έλαβε χώρα στην κεντρική αίθουσα του ΔΣΑ μια εκδήλωση που φιλοδοξούσε να αναλύσει από νομική άποψη την απόφαση 660/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρόκειται για την απόφαση η οποία έκρινε αντισυνταγματικές αλλά και αντίθετες με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών [ΕΣΔΑ] τις αλλαγές που επέφερε η υπουργική απόφαση Φίλη στο μάθημα των θρησκευτικών στο δημοτικό και στο γυμνάσιο – ακολούθησε η απόφαση 926/2018 της Ολομέλειας του ΣτΕ για τα θρησκευτικά στο Λύκειο, η οποία οδηγήθηκε σε ανάλογα συμπεράσματα με ανάλογη επιχειρηματολογία). Ο ακριβής τίτλος της εκδήλωσης ήταν: «Το μάθημα των θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης απόφασης 660/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας», αναπόφευκτα όμως έγιναν αναφορές σε προγενέστερες αποφάσεις, όπως και στην τελευταία απόφαση 926/2018 της 25ης Απριλίου.

Εισηγήσεις επί του ζητήματος έγιναν από τον Θεόδωρο Παπαγεωργίου, ειδικό νομικό σύμβουλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, και τον Γιώργο Σωτηρέλη, καθηγητή συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρο του Επιστημονικού Ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης. Συντομότερες παρεμβάσεις έκαναν ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας ε.τ., ο Γεώργιος Σταυρόπουλος, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας ε.τ., ο Εμμανουήλ Περσελής, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Σταύρος Γιαγκάζογλου, επίκουρος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το (δύσκολο) έργο του συντονισμού της συζήτησης είχε ο ομότιμος καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιωάννης Κονιδάρης, πρόεδρος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Χαιρετισμό προς την εκδήλωση απηύθυνε ο πρόεδρος του ΔΣΑ Δημήτρης Βερβεσός, εξερχόμενος μάλιστα τρέχουσας συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου την οποία διέκοψε χάριν του χαιρετισμού. Μεταξύ του ακροατηρίου της εκδήλωσης –στην πρώτη σειρά– ήταν ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ αλλά και ο Νίκος Φίλης, πρώην υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων. Μετά τις εισηγήσεις και τις παρεμβάσεις, δόθηκε ο λόγος στα μέλη του ακροατηρίου προκειμένου να απευθύνουν ερωτήσεις στους ομιλητές. Κάποιοι από το ακροατήριο προσπάθησαν να κάνουν ευρύτερες δημόσιες τοποθετήσεις και διατυπώσεις θέσεων – πρακτική που έγινε ανεκτή σε κάποιες περιπτώσεις και λιγότερο σε άλλες. Μέσα από τις εισηγήσεις, τις παρεμβάσεις, τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις αναδείχθηκε πλήθος ζητημάτων και απόψεων που φωτίζουν τις ιδεολογικές αντιφάσεις της κοινωνίας μας και αποκαλύπτουν βαθύτερες κοσμοθεωρητικές πεποιθήσεις και στάσεις, οι οποίες συχνά εκλογικεύονται και εξωτερικεύονται μέσω της διατύπωσης νομικών και επιστημονιζόντων επιχειρημάτων.

Η εντύπωση που θα αποκόμιζε από την όλη διαδικασία ένας εξωτερικός παρατηρητής συνοψίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα της –καθόλου αντικειμενικής, αλλά εύστοχης ως προς τη διάγνωση του πνεύματος της εκδήλωσης– εφημερίδας Δημοκρατία:

Για την ιστορία η συζήτηση ήταν θεωρητικά «άνιση» καθώς μόνο ο νομικός σύμβουλος της Ιεράς Συνόδου Θεόδωρος Παπαγεωργίου κλήθηκε να μιλήσει, και τελικά αντέκρουσε εύστοχα παρεμβάσεις και αιτιάσεις, την ώρα που είχε απέναντι του πλειάδα υποστηρικτών των νέων προγραμμάτων για τα θρησκευτικά, όπως... [ακολουθούσαν τα ονόματα και οι ιδιότητες των παρεμβαινόντων που δεν επαναλαμβάνω, επειδή αναφέρθηκα σε αυτούς στην προηγούμενη παράγραφο][i].

Πέραν της υποκειμενικής εκτίμησης περί της εύστοχης αντίκρουσης των παρεμβάσεων και των αιτιάσεων από τον νομικό σύμβουλο της Ιεράς Συνόδου, οι υπόλοιπες διαπιστώσεις του κειμένου της Δημοκρατίας ισχύουν.

Το πάνελ στη μεγάλη πλειονότητά του κατέκρινε την απόφαση 660/2018 της Ολομέλειας του ΣτΕ είτε με νομικά επιχειρήματα (οι νομικοί) είτε με ένα μείγμα νομικών επιχειρημάτων και επιχειρημάτων αναγόμενων σε λόγους εκπαιδευτικής πολιτικής και κοινωνικής σκοπιμότητας (οι θεολόγοι). Ο ευθύτερος όλων, Γιώργος Σωτηρέλης, επικαλέστηκε νομικά αλλά και κοσμοθεωρητικά και κοινωνικά κριτήρια και διατύπωσε μια τεκμηριωμένη αλλά και υποκειμενικά χρωματισμένη άποψη. Δεν είναι τυχαίο πως στη διαδικασία ερωτήσεων και απαντήσεων που ακολούθησε δημιουργήθηκε ένταση μεταξύ του τελευταίου και του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ, ο οποίος τελικά αποχώρησε από την εκδήλωση, με κάπως θεατρικό είναι η αλήθεια τρόπο. Όντως, μεταξύ κάποιου που θεωρεί την ορθοδοξία ως απόλυτη, διαχρονική και αμετάβλητη αλήθεια περί του Κόσμου και του Ανθρώπου, όσο κι αν επικαλείται επιχειρήματα ίσης μεταχείρισης με τις υπόλοιπες θρησκευτικές κοινότητες, και εκείνου που θεωρεί την ορθοδοξία σημαντικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας το οποίο μαζί με άλλα πρέπει να καλλιεργηθεί κριτικά προκειμένου να διαμορφωθούν ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες, ικανοί να συμβιώσουν με τον «‘Άλλο» στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, υφίσταται ανυπέρβλητη υπαρξιακή αντίθεση. Πόσο μάλλον ανάμεσα στους προηγούμενους και σε εκείνον που θέλει μια δημόσια παιδεία αμιγώς «λαϊκή» και απαλλαγμένη από θρησκευτικές αναφορές. Μέλος του πάνελ –συγκεκριμένα ο Σταύρος Γιαγκάζογλου (από τους συντάκτες των νέων προγραμμάτων)– μίλησε για τις συμπληγάδες του «ορθόδοξου φονταμενταλισμού» από τη μία και του «ιακωβίνικου λαϊκισμού» από την άλλη, μεταξύ των οποίων είναι υποχρεωμένο να κινείται ένα επικαιροποιημένο μάθημα θρησκευτικών στο ελληνικό σχολείο, το οποίο θέλει να είναι πολυφωνικό και ανοιχτό προς τον «Άλλο» αλλά, παράλληλα, να διατηρήσει έναν ορθόδοξο χρωματισμό, δεδομένης της παράδοσης της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν ζηλεύω καθόλου τη θέση των προοδευτικών θεολόγων της Εκκλησίας μας, όπως δεν ζηλεύω καθόλου του φιλελεύθερους ρωμαιοκαθολικούς ή τους μετριοπαθείς ιμάμηδες μεταξύ των μουσουλμάνων της Γαλλίας – και όχι μόνο. Η θρησκεία, ως στάση ζωής και αλήθεια καθοδηγητική του βίου και οργανωτικό θεμέλιο της συλλογικής συμβίωσης, είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τη θρησκεία ως μουσειακό λείψανο μιας (φθίνουσας) εθνικής ταυτότητας – δρόμος ο οποίος, αργά ή γρήγορα, οδηγεί στον συγκρητισμό και ενδεχομένως σε αθεϊστικές ή αγνωστικιστικές αντιλήψεις. Ο σεβασμιώτατος Σεραφείμ έχει δίκιο –από την πλευρά του– να αγωνιά και να φοβάται τα νέα προγράμματα των θρησκευτικών και να προσπαθεί να τα υπονομεύσει δίνοντας έναν κατ’ ουσίαν πολιτικό αγώνα και ενεργοποιώντας τα ερείσματα της Εκκλησίας στον δικαστικό μηχανισμό που δεν είναι λίγα. Οι καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου Γιώργος Σωτηρέλης και Νίκος Αλιβιζάτος αμφισβήτησαν έντονα την εγκυρότητα της απόφασης, δεδομένου ότι υπήρξε προϊόν μιας «κουτσουρεμένης» Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όχι της πλήρους Ολομέλειας, όπως απαιτούσε η σπουδαιότητα του ζητήματος, θεωρώντας πως η επιλογή αυτή υπήρξε σκόπιμη προκειμένου να προκύψει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Σε άρθρο του στην Καθημερινή, τον Σεπτέμβριο του 2016, με αφορμή μια προγενέστερη καμπή του ζητήματος των θρησκευτικών, ο ομότιμος καθηγητής του συνταγματικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Αλιβιζάτος,[ii] έγραφε:

Το χάσμα που χωρίζει τους μεν από τους δε είναι τόσο βαθύ που δύσκολα θα μπορέσει να γεφυρωθεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Το διακύβευμα, εν τούτοις, είναι πολύ σοβαρό για να αφεθούν τα πράγματα στην τύχη τους. Στην Ελλάδα των μνημονίων, το κοινωνικό έργο που επιτελεί η Εκκλησία είναι σπουδαίο. Θα ήταν κρίμα αν, στο πνευματικό πεδίο, οι ακραίοι, με την ανεξήγητη εμπάθειά τους, την παγιδεύσουν στις σκοτεινότερες στιγμές της ιστορίας της. Γιατί όπως διδάσκει ο Οικουμενικός Πατριάρχης από το Φανάρι, η Ορθοδοξία είναι ανοιχτή θρησκεία. Και μπορεί να συμφιλιωθεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις, με τις μεγάλες αξίες του δυτικού ουμανισμού, την οικολογία και τα δικαιώματα του ανθρώπου.

Με κίνδυνο να θεωρηθώ ασεβής απέναντι σε έναν διακεκριμένο ακαδημαϊκό δάσκαλο και δημόσιο διανοούμενο, φοβάμαι πως η α λα καρτ ορθοδοξία οδηγεί μακροπρόθεσμα στην ανύπαρκτη ορθοδοξία. Και πως ο μητροπολίτης Σεραφείμ και οι συν αυτώ[iii] –όπως, για παράδειγμα, η εβδομαδιαία εκκλησιαστική εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, στην παρουσίαση των θέσεων της οποίας ο υπογράφων έχει αφιερώσει άρθρο στην έντυπη έκδοση του Books’ Journal[iv]– υιοθετούν ίσως μια πιο τίμια από άποψη ιδεολογικής συνέπειας, αν και καταδικασμένη από την ιστορική και κοινωνική εξέλιξη, στάση από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Πιστεύω πως για την ορθοδοξία «μας» ισχύει αναλογικά ό,τι για το Ισλάμ και τον καθολικισμό. Και πως για τον φιλελεύθερο Πατριάρχη Βαρθολομαίο ισχύουν όσα και για το ακριβές σύστοιχό του στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, τον φιλελεύθερο Πάπα Φραγκίσκο, για τον οποίον δανείζομαι τις διατυπώσεις ενός άρθρου[v] του κοινωνιολόγου Γιώργου Σιακαντάρη, που πιστεύω πως πρέπει να τύχουν αναλογικής εφαρμογής στα καθ’ ημάς:

Τέλος, οι προσπάθειες δύο ιδιαίτερα εμπνευσμένων Παπών, όπως ο Ιωάννης ΚΓ’ (1958-1963) και στη συνέχεια, ο Παύλος ΣΤ’ (1963-1978), οι οποίοι, στη Β’ Βατικανή Σύνοδο (1962-1965) επιδίωξαν να σβήσουν το Συνοδικό Διάταγμα PastorAeternusτου 1870 για το αλάθητο, αλλά και το SyllabusErrorum, έρχονται να δώσουν το στίγμα ενός ανανεωνόμενου καθολικισμού. Στο κοινωνικό επίπεδο, τις προσπάθειές τους ακολούθησε και ο Ιωάννης-Παύλος Β’ (1978-2005), με τα δικά του ανοίγματα και την καταδίκη των ανισοτήτων. Ο σημερινός τους υπερβαίνει όλους. Ουδείς Πάπας, όμως, ούτε οι προαναφερθέντες, μπορεί να υπερβεί τη μεγάλη αντίθεση της Εκκλησίας ως φορέα εξουσίας στηριγμένου στην πίστη με τη φιλελεύθερη κοσμική εξουσία και τη νεωτερικότητα. [...] Παρ’όλα αυτά, πιστεύω ότι καθολικός α αλα κάρτ δεν γίνεται, για αυτό και πιο κοντά στον καθολικισμό είναι το SyllabusErrorum, το Μόνο η Πίστη και η Αγία Γραφή (SolaFides-SolaScriptum) και ο Αυγουστίνος, απ’ ό,τι ο Πελάγιος, η Β’ Βατικανή Σύνοδος και η τελευταία παπική εγκύκλιος EvangeliiGaudium(Χαρά του Ευαγγελίου) του Νοεμβρίου 2013, η οποία στρέφεται κατά του αχαλίνωτου καπιταλισμού που παράγει τεράστιες κοινωνικές ανισότητες.

Νομίζω πως οι αναλογίες είναι προφανείς και δεν χρειάζονται περισσότερη ανάπτυξη . Δεν ισχυρίζομαι πως η ελλαδική ορθοδοξία εκφράζεται από τους μητροπολίτες Σεραφείμ και Αμβρόσιο και, ενδεχομένως, κατά την κρίση κάποιων, να πρέπει να προσθέσω τον μητροπολίτη Άνθιμο, ωστόσο αποτελούν την έκφραση υπαρκτών τάσεων και δυναμικών και όχι περιθωριακά και ασύμβατα με το «πραγματικό περιεχόμενο» της ορθοδοξίας φαινόμενα. Είναι εκφραστές μιας εκδοχής της θρησκευτικότητας στην κοινωνία μας, μάλιστα αντίστοιχοί τους υπάρχουν και στις άλλες αβρααμικές θρησκείες. Το να απορρίψει κανείς αυτές τις μορφές ως γραφικές είναι εύκολη λύση.

Είναι λοιπόν σαφές πως μια δικαστική διαμάχη για το περιεχόμενο του σχολικού μαθήματος των θρησκευτικών δεν αποτελεί αποκλειστικά τεχνική νομική υπόθεση αλλά συνιστά μέρος ενός ευρύτερου «πολιτισμικού πολέμου» (culturewar), και αυτό φάνηκε στην εκδήλωση του ΔΣΑ, η οποία αποτέλεσε την αφορμή συγγραφής του παρόντος. «Δεν κοιμηθήκαμε στην Ελλάδα και ξυπνήσαμε στη Γαλλία»,[vi] είπε χαρακτηριστικά σε πρόσφατη συνέντευξή της η δικηγόρος και πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Κλειώ Παπαντολέων, πολιτική αγωγή στη δίκη του μητροπολίτη Αμβρόσιου, μια δίκη με διαφορετικό αντικείμενο, εντασσόμενη ωστόσο στην ίδια ευρύτερη προβληματική. Για να προσθέσει στη συνέχεια:

Το ελληνικό κράτος θρησκεύεται, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Το ζητούμενο είναι να μη γίνεται θρησκευτικό.

Άλλοι έχουν αντίθετη άποψη και ήταν στην εκδήλωση του ΔΣΑ. Στην Ελλάδα πολλοί, πολύ περισσότεροι αναλογικά σε σχέση με τη Γαλλία, γι’ αυτό και ισχύει η αρχική παρατήρηση της προέδρου της ΕΕΔΑ.

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω δύο πολύ ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, στις 3 και στις 4 Μαΐου στην Αθήνα, με θέμα το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας –άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)– όπως αυτό διαμορφώνεται και ερμηνεύεται διά μέσου της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πιο συγκεκριμένα: ”Religion & Secularism: DoestheCourtgotoofar– ornotfarenough?”, την Πέμπτη 3 Μαΐου στο Μουσείο της Ακρόπολης, και “Betweenstateandcitizen: ReligionattheECtHR”, την Παρασκευή 4 Μαΐου στην Αίγλη του Ζαππείου. Εκδηλώσεις οργανωμένες από το ΕΛΙΑΜΕΠ και χρηματοδοτούμενες από το EuropeanResearchCouncil. Το targetgroupτων ενδιαφερομένων, παρόμοιο – πολλοί από το ακροατήριο των δύο πρώτων εκδηλώσεων ήταν και στο ΔΣΑ εκείνη την Τετάρτη, μεταξύ των οποίων και εγώ. Εισηγητές στην εκδήλωση της 4ηςΜαΐου ήσαν και καθηγητές του CentralEuropeanUniversityτης Βουδαπέστης, το οποίο υπονομεύει η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν που θέλει να οικοδομήσει μια χριστιανική δημοκρατία στην Ουγγαρία. Ο μητροπολίτης Πειραιώς, στον ΔΣΑ, απευθυνόμενος σε διαφωνούντα, ρώτησε ρητορικά: «Ξέρετε το OpenSocietyFoundationτου Τζωρτζ Σόρρος;»

Στο συνέδριο της 4ης Μαΐου, αναφέρθηκε από μεταδιδακτορικούς φοιτητές μια άποψη της Ρωσικής Εκκλησίας για αριθμό προσφυγών προς το Ευρωπαϊκό Δικαστηρίο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως εκφάνσεων της ίδιας “liberal agenda” (φιλελεύθερης ατζέντας – προφανώς με την έννοια του libertarian-liberal). Δεν ήταν μια απλή παρατήρηση. Τέτοια κριτική από το Πατριαρχείο Μόσχας συνεπάγεται μομφή προς τους αιτούντες –αλλά και το Δικαστήριο– και χάραξη ανάλογης στρατηγικής στο πλαίσιο της καταστατικής θέσης του για «την υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών».

Στη δική μας μικρή κλίμακα, η δικαστική κρίση του ΣτΕ εμπλέκεται σε ευρύτερες κοσμοθεωρητικές διαμάχες που έχουν να κάνουν με την ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας. Η αποχώρηση του μητροπολίτη, πιθανόν, δικαιώνει το απόφθεγμα του μακαρίτη Παναγιώτη Κονδύλη:

Ο διάλογος μεταξύ ετεροφρόνων είναι αδύνατος και μεταξύ ομοδόξων περιττός.

Δεν θα μείνω όμως με αυτό το, ομολογουμένως κάπως φθηνό, ρητό. Θα παραθέσω ένα βαθιάς σκέψης κείμενο του εκλιπόντος.[vii] Η διατύπωση του κειμένου του Κονδύλη αποκαλύπτει και το ρόλο που παίζουν τα επιχειρήματα σε τέτοιας υφής προβλήματα – στη συγκεκριμένη περίπτωση τα νομικά επιχειρήματα που επικαλούνται οι αντιμαχόμενες πλευρές για να επικρίνουν ή να εκθειάσουν την 660/2018 απόφαση της ολομελείας του ΣτΕ:

Για εμάς, λοιπόν, ορθολογισμός είναι η σκόπιμη και άψογη (από την άποψη της τυπικής λογικής) χρήση των επιχειρηματολογικών μέσων της σκέψης για να κατοχυρωθεί θεωρητικά μια δεδομένη θεμελιώδης στάση απέναντι στον κόσμο. Ο ορισμός μας υποδηλώνει ότι αυτή η θεμελιώδης στάση ή απόφαση βρίσκεται η ίδια πέρα από κάθε λογική αιτιολόγηση, ακόμη και όταν οι ορθολογιστές τη θεωρούν αποδείξιμη ή και αποδεδειγμένη (αυτό, άλλωστε, επιδιώκουν συνδέοντας τον ορθολογισμό σαν τέτοιον με κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο). Μονάχα η εκλογίκευση της θεμελιώδους στάσης ή απόφασης μπορεί να πραγματοποιηθεί με λογική συνέπεια και μονάχα αυτή μπορεί, επίσης, να αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής διαμάχης – όχι η ίδια η θεμελιώδης στάση: γιατί στα έσχατα ερωτήματα η απάντηση δίνεται με αξιωματικές αποφάνσεις. Μπορούν, λοιπόν, να υπάρξουν τόσες μορφές λογικής συνέπειας όσες και θεμελιώδεις στάσεις – μολονότι τα τυπικά λογικά μέσα παραμένουν τα ίδια, ωστόσο υπηρετούν κάθε φορά την εκλογίκευση θεμελιωδών αποφάσεων με διαφορετικό περιεχόμενο. Αφού, τώρα, οι τελευταίες βρίσκονται ultrarationem, πρέπει από τη φύση τους να θεωρηθούν μυστικές, πράγμα που με τη σειρά του συνεπάγεται ότι το μυστικό στοιχείο δεν είναι το αντίθετο, αλλά η απαρχή και η πηγή της ορθολογικής σκέψης. Σε σχέση με την απάντηση που δίνεται στα έσχατα ερωτήματα, η διάκριση ανάμεσα σε ορθολογικό και ανορθολογικό στοιχείο χάνει ολότελα τη σημασία της – επομένως πρέπει να αναφέρεται μονάχα στο επίπεδο της εκλογικευτικής εργασίας, όπου επιστρατεύονται επιχειρήματα για να στηρίξουν την εκάστοτε θεμελιώδη στάση ή απόφαση.

Σε τέτοιας υφής αξιολογήσεις και επιλογές πιστεύω πως υπεισέρχεται κάθε δικαστική απόφαση η οποία καλείται να επιλέξει από ένα φάσμα θεμελιωδών στάσεων που κυμαίνονται από τον ορθόδοξο φονταμενταλισμό μέχρι τον πλήρη και καθολικό θρησκευτικό αποχρωματισμό της δημόσιας εκπαίδευσης. Οι επιλογές ήταν όλες παρούσες, διά των ανθρώπων που τις ενσαρκώνουν , την Τετάρτη 9 Μαΐου, στη δημόσια συζήτηση στον ΔΣΑ – αν όχι στο πάνελ, σίγουρα στο ακροατήριο.

Η Εφημερίδα των Συντακτών, την επόμενη ημέρα, αφιέρωσε ένα σημειωματάκι στην εκδήλωση με τον προβοκατόρικο τίτλο «Ουράνιο Τόξο», το οποίοι παραθέτω αυτούσιο[viii]:

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ήταν η χθεσινή εκδήλωση στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών για την απόφαση του ΣτΕ για τα Θρησκευτικά. Εξίσου ενδιαφέρουσα η σύσταση του κοινού: πρώτη γραμμή η Εκκλησία, με τον μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ, και η πολιτεία με τον πρώην υπουργό Παιδείας Νίκο Φίλη. Παρά τις αντιθέσεις, το κλίμα ήταν κόσμιο. Θεούσες και πάνκισσες, δικηγόροι με κοστούμια και ρασοφόροι καθώς και ο ΛΟΑΤ ακτιβιστής Τζέισον-Αντιγόνη συνυπήρξαν αρμονικά σε έναν γόνιμο, διόλου γηπεδικό, διάλογο.

Δεν ήταν ακριβώς έτσι. Μπορεί να μην είχαμε φαινόμενα ανάλογα του τελικού ΑΕΚ-ΠΑΟΚ, για να μείνω στη γηπεδική αναφορά, αλλά οι αντιθέσεις παρέμειναν αγεφύρωτες. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά…

 


[i] «Φραγγέλιο από Σεραφείμ κατά Σωτηρέλη», εφημ. Δημοκρατία, φύλλο 2.167, 11/5/2018, σελ. 9.

[ii] Ν.Κ. Αλιβιζάτος «Η Εκκλησία δέσμια των ακραίων ιεραρχών της», εφημ. Η Καθημερινή, 25/9/2016, ανάκτηση από το site της εφημερίδας www.kathimerini.gr.

[iii] Δείτε το σχετικό αφιέρωμα «Φονταμενταλισμός» στο τεύχος 1/2017 της ετήσιας έκδοσης χριστιανικού διαλόγου και πολιτισμού Ανθίβολα, από τις εκδόσεις Εν Πλω, με άρθρα έγκριτων θεολόγων υπό φιλελεύθερη θεολογική οπτική.

[iv] Γιώργος Καρπούζας, «Ενάντια στις φιλελεύθερες αξίες», the books’ journal, τχ. 76, Απρίλιος 2017, σελ. 67-69.

[v] Γιώργος Σιακαντάρης, «Καθολικισμός-νεωτερικότητα: μια ασυμφιλίωτη σχέση», the books’  journal τχ. 40, Φεβρουάριος 2014, σελ. 40-41.

[vi] Αφιέρωμα «Εκκλησία και Ομοφοβία», στο ΛΟΑΤΚΙ περιοδικό antivirus, τχ. 79, Απρίλιος-Μάιος 2018, σελ. 40-47 (η συγκεκριμένη συνέντευξη είναι στη σελίδα 44).

[vii] Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Τόμος Α’, Θεμέλιο, β’ έκδοση 1993, σελ. 48-49.

[viii] Η Εφημερίδα των Συντακτών, φύλλο 1.610,10/5/2018, σελ. 9, στην ενότητα «Πολιτικά Παρασκήνια». Το συγκεκριμένο κειμενάκι φέρει την υπογραφή Α.ΤΖ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά