Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

H χούντα της κυβέρνησης

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον 
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας KontraNews (πρώην Αυριανή), που τελευταία σηκώνει το βάρος της εξτρεμιστικής "αντιμνημονιακής ρητορικής. Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας KontraNews (πρώην Αυριανή), που τελευταία σηκώνει το βάρος της εξτρεμιστικής "αντιμνημονιακής ρητορικής.

Ενώ πρόσφατα θυμηθήκαμε ότι έχουν περάσει 47 χρόνια από την εγκαθίδρυση της χούντας των συνταγματαρχών, πολλοί λένε ότι χούντα έχουμε ακόμη και σήμερα: Κλείσιμο της ΕΡΤ εν μία νυκτί, βάρβαρη μείωση μισθών, ασφυκτική ανεργία στους νέους, υποτιθέμενη άνοδος του αριθμού αυτοκτονιών. Δεν είναι έργο χούντας αυτά τα περιστατικά;

Προφανώς είναι αστειότητα να θεωρεί κάποιος την κυβέρνηση χούντα, όταν αυτή έχει αναδειχθεί με συνταγματικά κατοχυρωμένες δημοκρατικές διαδικασίες. Συνταγματική εκτροπή δεν υπάρχει.
Κριτική στο πολίτευμα ενδεχομένως μπορεί να γίνει, αλλά η κυριολεκτική απαξίωση της κυβέρνησης ως χούντας μπορεί να τοποθετηθεί στον κάλαθο των αχρήστων μαζί με χαρακτηρισμούς των μελών του ΣΥΡΙΖΑ ως ακροαριστερών τρομοκρατών ή όλων των πολιτικών ως κλεφτών.


Μπορεί να μη στέκει κυριολεκτικά ο χαρακτηρισμός της κυβέρνησης ως χούντας, αλλά μήπως στέκει μεταφορικά;


Είναι αλήθεια ότι ο λαός νιώθει μία τρομακτική μείωση της ελευθερίας του, ίσως συγκρίσιμη σε μέγεθος με αυτή που θα βίωνε κάτω από δικτατορικά καθεστώτα -αν και με τελείως διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά-.
Αν μη τι άλλο, το μέγεθος της μείωσης της ελευθερίας φαίνεται από τη δραματική μείωση του εισοδήματος πολλών οικογενειών που δεν έχουν πια την ευκαιρία να απολαμβάνουν αγαθά που είχαν τη δυνατότητα στο παρελθόν. Μία θηλιά με χρέη και υποχρεώσεις έχει προστεθεί στο λαιμό τους σε τέτοιο βαθμό που, πραγματικά, τους κόβεται η ανάσα.


Αν η κυβέρνηση έβαλε αυτή τη θηλιά γύρω από το λαιμό μας, τότε ίσως στέκει ο χαρακτηρισμός της ως χούντας –πάντα μεταφορικά-. Αν όμως την τοποθετήσαμε εμείς στον εαυτό μας, τα πράγματα αλλάζουν.
Οι οικονομικές δυσκολίες άλλωστε μπορεί να μην έχουν να κάνουν καθόλου με την κυβέρνηση. Ως επιχειρηματίες, για παράδειγμα, μπορούμε να ρίξουμε την επιχείρησή μας έξω. Ως τζογαδόροι, μπορούμε να χάσουμε τις αποταμιεύσεις μας στο καζίνο. Ως καταναλωτές, μπορεί να ενδώσουμε σε μία καταναλωτική μανία που θα μας αφήσει ρέστους. Έτσι, τη θηλιά τη βάζουν τα ίδια μας τα λάθη ή τα ίδια μας τα πάθη.


Για να θεωρηθεί η κυβέρνηση χούντα, έστω και μεταφορικά, πρέπει η οικονομική δυσπραγία των πολιτών να μην είναι συνέπεια των δικών τους πράξεων αλλά της βούλησης της κυβέρνησης.
Όλοι ξέρουμε όμως ότι οι κυβερνήσεις δε φέρουν την αποκλειστική ευθύνη. Τουλάχιστον αυτές που κατηγορούνται ως χούντες, κλήθηκαν ουσιαστικά να αναλάβουν το 2009, όταν έσκασε η οικονομική φούσκα της χώρας μας. Πολλοί είναι οι υπεύθυνοι για αυτή τη φούσκα: οι πολίτες που φοροδιέφευγαν, οι συνδικαλιστές που θυσίασαν συλλογικά συμφέροντα στο βωμό προσωπικών επιδιώξεων, οι άνθρωποι που πάλευαν να διοριστούν στο δημόσιο, οι καλλιτέχνες που εκμεταλλεύτηκαν κρατικές επιδοτήσεις, οι τραπεζίτες που έδιναν απλόχερα δάνεια κάτω από τη λαίμαργη επιδίωξη του κέρδους, οι πολιτικοί που εκλέχτηκαν με ατζέντα να ικανοποιήσουν προσωπικά συμφέροντα ψηφοφόρων, οι δημόσιοι λειτουργοί που έβαλαν το χέρι στους στον κρατικό κουρμπανά, οι δημοσιογράφοι που υπηρέτησαν πολιτικά συμφέροντα σε βάρος του ελληνικού λαού, για να αναφέρω μόλις μερικά παραδείγματα.


Η οικονομική επιδείνωση, λοιπόν, δεν ήταν συνειδητή απόφαση των τελευταίων κυβερνήσεων, όσο κι αν υποστηρίζουν κάτι τέτοιο κάποιοι ευφάνταστοι υποστηρικτές θεωριών συνομωσίας. Λάθη σαφώς έγιναν από τις κυβερνήσεις και ήρθαν να προστεθούν σε σωρεία χρόνιων παθογενειών της ελληνικής κοινωνίας. Σκόπιμος και προσχεδιασμένος περιορισμός της ελευθερίας των Ελλήνων πολιτών όμως δεν υπήρξε.


Μετά την εκδήλωση της κρίσης, οι κυβερνήσεις βρίσκονται σε μία πολύ δύσκολη θέση. Κανείς δεν δέχεται βάρος της ευθύνης. Καμία κοινωνική ομάδα δεν δέχεται αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, είτε είναι οι υπάλληλοι της ΕΡΤ είτε οι οδηγοί ταξί είτε οι φαρμακοποιοί είτε οι υπάλληλοι της Βουλής. Καμία κοινωνική ομάδα δεν δέχεται ότι απολαμβάνει προστασία μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες και, άρα, δεν βλέπει το λόγο να θυσιάσει μέρος των προνομίων της.
Τελικά την πληρώνουν ακριβώς αυτοί που δεν έχουν κάποιο τρόπο να αντισταθούν: οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Μία στα τόσα η κυβέρνηση προσπάθησε να εκλογικεύσει το πλαίσιο επαγγελματικής λειτουργίας κάποιων άλλων κοινωνικών ομάδων, συνήθως μόνο για να καταφέρει τελικά να εισπράξει το χαρακτηρισμό της χούντας. Έτσι, και πάλι υπαναχωρούσε για να την πληρώσουν μισθωτοί και συνταξιούχοι. Στις λίγες φορές που τα κατάφερε, όπως με την υπόθεση της ΕΡΤ, το έκανε με ένα τρόπο άκομψο και αυταρχικό.


Όλοι αυτοί όμως που χρησιμοποιούν αυτά τα παραδείγματα αυταρχικότητας για να υποστηρίξουν ότι η κυβέρνηση είναι χούντα, είναι οι ίδιοι που αρνούνται να δεχτούν οποιοδήποτε μέρος της ευθύνης. Είναι συνήθως οι ίδιοι που αντιστέκονται σθεναρά στο «όλοι μαζί τα φάγαμε» και καταλογίζουν μόνο στην κυβέρνηση τις οικονομικές τους δυσκολίες.


Είναι αλήθεια ότι δεν είχαν όλοι το ίδιο μερίδιο στο φαγοπότι, αλλά αυτοί οι άνθρωποι δεν δέχονται ότι έχουν κανένα ρόλο και κανένα μερίδιο, έστω και μικρό. Το βασικότερο είναι ότι δεν επιθυμούν να καταστούν υπόλογοι και να πληρώσουν το παραμικρό. Για λόγους savoir vivre, δεν ρίχνουν το φταίξιμο σε άλλες κοινωνικές ομάδες παρά μόνο στα μέλη της κυβέρνησης.


Είναι βολικό κάποιος να πει ότι για την οικονομική του δυσχέρεια και την έλλειψη ελευθερίας που βιώνει, φταίει η «χούντα». Είναι σαφώς πιο δύσκολο να παραδεχτεί ότι έχει προσωπικές ευθύνες για την ατομική του οικονομική κατάσταση κι ενδεχομένως ευθύνες και για τη συλλογική οικονομική κατάσταση. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να βάλει ένα λιθαράκι στην επίλυση του προβλήματος.


Αν δεν δεχθούμε τις προσωπικές μας ευθύνες για την κακή μας ατομική και συλλογική οικονομική κατάσταση, πάντα χούντα θα θεωρούμε την κυβέρνηση, όσες φορές κι αν αλλάξει, όσες φορές κι αν εκλεχθεί δημοκρατικά από το λαό.
Η ανάληψη ευθυνών είναι προϋπόθεση για να αποφύγουμε τη στρεβλή διαπίστωση πως η κυβέρνηση είναι χούντα. Δεν είναι άλλωστε και προϋπόθεση για την ίδια τη σωστή λειτουργία της δημοκρατίας;

Αλέξιος Αρβανίτης

Διδάκτωρ κοινωνικής ψυχολογίας. Διδάσκει στο τμήμα ψυχολογίας του Οικονομικού Κολλεγίου Αθηνών (BCA), στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα κατάρτισης στις διαπραγματεύσεις του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο τμήμα ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά