Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Δέκα χρόνια βία

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Κουκουλοφόροι με βόμβες μολότοφ συγκρούονται με την αστυνομία. Μια συνήθης εικόνα γύρω από τα πανεπιστημιακά συγκροτήματα του κέντρου της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Κουκουλοφόροι με βόμβες μολότοφ συγκρούονται με την αστυνομία. Μια συνήθης εικόνα γύρω από τα πανεπιστημιακά συγκροτήματα του κέντρου της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Φωτογραφία αρχείου

Είναι αναμενόμενο το τελευταίο μπαράζ εξτρεμιστικών δράσεων και επιθέσεων κατά δημοσίων υπηρεσιών, αλλά και καταστημάτων,  να έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση για τη βία στην Ελλάδα. Ωστόσο, αν πραγματικά θέλουμε να προσεγγίσουμε την κατάσταση με τη ριζοσπαστικοποίηση, τον εξτρεμισμό και τη βία στη χώρα μας, πρέπει να επιστρέψουμε 10 χρόνια πίσω. Τον Δεκέμβριο του 2008, με το θάνατο του νεαρού Γρηγορόπουλου, περάσαμε σε μία μακρόσυρτη και βίαιη φάση με εντάσεις και ξεσπάσματα.

Δύο ζητήματα της εποχής που ακόμη και τώρα δεν τα αγγίζουμε συνειδητά εξηγούν σε σημαντικό βαθμό τη σημερινή κατάσταση. Το πρώτο είναι η πολιτική επιλογή της τότε κυβέρνησης να αφεθεί η πόλη στο έρμαιο της βίας, των καταστροφών και της φωτιάς. Το δεύτερο είναι οι νέοι άνθρωποι, τα ανήλικα τότε παιδιά, που ριζοσπαστικοποιήθηκαν μέσα σε ένα κλίμα επικροτούμενης δημόσια, ακόμη και από πολιτικούς, βίας και ανομίας.

Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, ο Δεκέμβρης του 2008 είναι η επίσημη κήρυξη πολέμου στο κράτος – το δηλώνουν άλλωστε και με διάφορα πανό που έχουν στις πορείες τους. Το οξύμωρο και τραγικό της υποθέσεως είναι ότι στην αφορμή του πολέμου –κατ’ αυτούς ήταν η κρατική βία– το κράτος αποφάσισε να μην απαντήσει,  αφήνοντας ελεύθερο ένα πογκρόμ βίας με πέτρες, βόμβες μολότοφ και ρόπαλα που χιλιάδες χαρακτήρισαν επανάσταση. Το κράτος επίσημα απεμπόλησε το βεμπεριανό πρωτείο του στη νόμιμη βία και στην επιβολή της τάξης και της ασφάλειας. 

Ήταν μία πρωτοφανής κρατική υποχώρηση, που ακόμη και σήμερα προσπαθούν κάποιοι να την αιτιολογήσουν ως επιλογή καταλλαγής του λαϊκού θυμού. Δέκα χρόνια μετά εξακολουθούμε να συζητάμε, υπό το ίδιο πλαίσιο, την ανάγκη να ξεθυμάνει ελεγχόμενα η βία και η καταστρεπτική μανία –την οποία κάποιοι βαφτίζουν δικαιολογημένη οργή– ώστε να αποφύγουμε τα χειρότερα. Μπορεί να υπάρξει όμως αναλογική προσέγγιση στα βίαια επεισόδια και στις καταστροφές; Ο άνθρωπος που κάηκε το αυτοκίνητό του ή έγινε θρύψαλα το μαγαζί του δεν μπορεί να κατανοήσει τι χειρότερο θα μπορούσε να του τύχει αν γινόταν μια προσπάθεια προληπτικής διαχείρισης. Το χειρότερο όλων είναι αυτή η έμμεση νομιμοποίηση των επεισοδίων, που τα περιμένουμε χωρίς να κάνουμε κάτι για να τα αποτρέψουμε.

Δυστυχώς, ακόμη και με μία κυνική προσέγγιση του χαμηλότερου ανεκτού κόστους, όταν παίζεις με αυτόν τον τρόπο το παιχνίδι της βίας δεν μπορείς να το ελέγξεις. Από τον Δεκέμβρη του 2008 δεν προέκυψε μόνο μια νέα γενιά αυτοαποκαλούμενων αντεξουσιαστών και αναρχικών που καταφεύγει συνεχώς στη βία. Προέκυψαν και μετεξελίχθηκαν τρομοκρατικές οργανώσεις, οι οποίες είναι ενεργές και θανατηφόρες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ριζοσπαστικοποίηση είναι μία διαδικασία που οδηγεί μέσω του ακτιβισμού στον βίαιο εξτρεμισμό και στην τρομοκρατία στην τελική της φάση. 

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Διεθνολόγος με ειδικότητα στα θέματα ασφάλειας και καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας. Βιβλία του: Πριν το Μνημόνιο δεν έβλεπες (2013), Σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω. Ισλαμικό κράτος, ευρωπαϊκή ασφάλεια και Ελλάδα (2016).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά