Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Δεκαεπτά θέσεις για τον ισλαμισμό, τον αντι-ισλαμισμό και την ισλαμοφοβία

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
"Άντε στο διάολο ελευθερία". Από διαδήλωση στο Λονδίνο, το 2006, εναντίον των σκίτσων του Μωάμεθ. "Άντε στο διάολο ελευθερία". Από διαδήλωση στο Λονδίνο, το 2006, εναντίον των σκίτσων του Μωάμεθ. Voyou Desoeuvre

Το κείμενο που ακολουθεί είναι το τελευταίο κεφάλαιο (τα «συμπεράσματα») από το υπό έκδοση (20/4/2017) στα γαλλικά του νέου βιβλίου του φιλόσοφου, πολιτολόγου και ιστορικού των ιδεών Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ (Pierre-André Taguieff) με τίτλο: Ο Ισλαμισμός και εμείς. Να σκεφθούμε τον απρόβλεπτο εχθρό (L’Islamisme et nous. Penser l’ennemi imprévu, Παρίσι, CNRS Éditions, 2017). Κρίναμε σκόπιμο να μεταφράσουμε αυτό το μέρος του βιβλίου που ακολουθεί, γιατί ορίζει και διασαφηνίζει, κατά το δυνατόν, τις περίπλοκες σχέσεις μεταξύ ισλάμ, ισλαμισμού και ισλαμοφοβίας, κάτι που λείπει και από τον σχετικό δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα μπορούσε, για το θέμα αυτό, να ανατρέξει κυρίως και στο οικείο κεφάλαιο περί «τζιχαντισμού», το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Π.-Α. Ταγκιέφ, που εκδόθηκε πριν ένα μήνα στα ελληνικά (εκδ. «Επίκεντρο»), με τίτλο: Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του. Επίκαιρες σκέψεις για τον τζιχαντισμό, την άκρα δεξιά, τον αντισημιτισμό, τον λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία. - Ανδρέας Πανταζόπουλος


Το ότι η λέξη «ισλαμοφοβία» είναι άσχημα σχηματισμένη και ότι, κατά συνέπεια, είναι φορέας διφορούμενων είναι γεγονός. Αυτό που επίσης είναι γεγονός, είναι ότι εργαλειοποιείται για να υπηρετήσει τρομακτικές συγκρούσεις. Παρ’ όλα αυτά μπορούμε να την χρησιμοποιούμε ορίζοντάς την αυστηρά και με σαφή τρόπο. Αυτό που ανεπιφύλακτα πρέπει να καταδικάζεται, είναι οι καταχρήσεις αυτού του σημασιολογικά ρευστού όρου από μουσουλμανικούς κύκλους που κυριαρχούνται από την μία ή την άλλη μορφή ισλαμισμού (ευσεβιστές σαλαφιστές ή τζιχαντιστές, Αδελφοί Μουσουλμάνοι, ισλαμο-αριστεριστές του «Κόμματος των Ιθαγενών της Δημοκρατίας», κλπ.). Αυτοί οι τελευταίοι αποσκοπούν, μέσω αυτής της λέξης, να απαγορεύσουν, δια του εκφοβισμού και της ενοχοποιητικής κατηγορίας, και υπό την κάλυψη του σεβασμού των θρησκευτικών πίστεων καθώς και των αντιρατσιστικών νορμών, κάθε κριτική εξέταση των ολοκληρωτικής έμπνευσης επιχειρήσεών τους.
Ο παγκόσμιος δυναμισμός του ισλάμ ή των ισλάμ είναι γεγονός. Όπως και των διαφόρων προσώπων του ισλαμισμού. Τα δύο φαινόμενα διασταυρώνονται, σε σημείο που να καθίσταται ενίοτε αδύνατον να χαραχθεί ένα σύνορο ανάμεσά τους. Ποιος μπορεί να διακρίνει με σαφήνεια τους μη-ισλαμιστές μουσουλμάνους πιστούς από τους ριζοσπάστες ισλαμιστές στο Πακιστάν, το Αφγανιστάν, την Ινδονησία, την Αλγερία, τη Λιβύη, κλπ.; Αυτή η έλλειψη διάκρισης ευνοεί τους ισλαμιστές, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο μπορούν να παρουσιάζονται ως ένα είδος πρωτοπορίας του παγκόσμιου ισλάμ, ή να απονέμουν στους εαυτούς τους τον τίτλο των μοναδικών «πραγματικών πιστών». Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι κοινοί μουσουλμάνοι που είναι εχθρικοί στον ισλαμισμό βρίσκονται σε τραγική κατάσταση: έχουν πιαστεί στην τανάλια μεταξύ των ισλαμιστών και των αντι-μουσουλμάνων. Καταγγελλόμενοι και απειλούμενοι από τους πρώτους ως προδότες ή «ψευδο-μουσουλμάνοι»--ακόμα και «συνεργάτες», αν είναι Γάλλοι μαγκρεμπίνικης καταγωγής--, γίνονται αντικείμενο υποψίας από τους δεύτερους ότι είναι συνένοχοι των ισλαμιστών.
Η διαπίστωση μιας ασυμμετρίας είναι προαπαιτούμενο κάθε ανάλυσης για την απόρριψη του ισλάμ στον κόσμο: ενώ η χριστιανοφοβία και η εβραιοφοβία είναι ισχυρά παρούσες στις στάσεις και τις συμπεριφορές των πολιτών των μουσουλμανικών κρατών (όπου το ισλάμ είναι όχι μόνον η επίσημη θρησκεία, αλλά και, αρκετά συχνά, η μόνη επιτρεπόμενη θρησκεία), και δεν καταγγέλλονται παρά από περιθωριακούς που πάραυτα τιμωρούνται από τις αρχές ή από μιλίτσιες, η ισλαμοφοβία καταγγέλλεται απροϋπόθετα από τις ελίτ των χριστιανικής κουλτούρας μη-μουσουλμανικών δυτικών χωρών, που σέβονται τις αρχές των φιλελεύθερων/πλουραλιστικών κοινωνιών.
Ιδιαίτερα στην Γαλλία, στις δημόσιες συζητήσεις για το ισλάμ και τον ισλαμισμό, οι διάλογοι κωφών διανθισμένοι με αναθέματα έγιναν ο κανόνας. Η αυξανόμενη χρήση της λέξης «ισλαμοφοβία», διφορούμενος όρος για τον ορισμό του οποίου είναι αμφίβολο αν ποτέ επέλθει συμφωνία, συνέτεινε στο να γίνει ακόμα πιο τοξικό το πεδίο των αντιπαραθέσεων. Οι ψευδο-διάλογοι και οι αθεμελίωτες κατηγορίες απορρέουν από δύο συγχύσεις, που είναι παρούσες μέσα στην λέξη «ισλαμοφοβία», καταρχάς, μεταξύ του ισλάμ και του ισλαμισμού, στη συνέχεια, μεταξύ του ισλάμ ως θρησκείας και των μουσουλμάνων ως προσώπων. Αν οι μουσουλμάνοι πρέπει να είναι αντικείμενο σεβασμού όπως οποιαδήποτε άλλη κατηγορία πιστών, το ισλάμ ως θρησκεία δεν μπορεί να υπολείπεται της κριτικής. Αν όμως δεν μπορεί να ασκείται κριτική στους μουσουλμάνους γι’ αυτό που είναι, αυτοί μπορεί και πρέπει να υφίστανται κριτική για αυτό που κάνουν. Είτε είναι φονταμενταλιστές, ζηλωτές, κοινοτιστές ή ταυτοτικοί, αποσχιστές ή σεχταριστές, αυτοί εδώ οι μουσουλμάνοι δεν μπορεί να αξιώνουν για τον εαυτό τους μία θέση υπεράνω κριτικής. Όσο για τους τζιχαντιστές που καταφεύγουν στην τρομοκρατία, δεν μπορεί να τους βλέπουμε ως χαμένα παιδιά που αξίζουν την συμπόνια, ούτε ως θύματα ενός «ισλαμόφοβου» κοινωνικού συστήματος.
Το 2005 δημοσιεύθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης μία έκθεση που υπογράφεται από την Ίνγκριντ Ράμπεργκ (Ingrid Ramberg), «Η Ισλαμοφοβία και οι συνέπειές της για τους νέους», που ήταν προϊόν ενός σεμιναρίου το οποίο διοργανώθηκε από κοινού από το Συμβουλευτικό Συμβούλιο για τη νεολαία και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας. Αυτή η έκθεση περιλαμβάνει σειρά συστάσεων επιπέδου αρχών που αποσκοπούν στο «να προληφθεί η ισλαμοφοβία και να ευνοηθεί ο διαπολιτισμικός σεβασμός και η συνεργασία». Η περίληψη αυτής της έκθεσης δείχνει ότι στα μέσα της δεκαετίας του 2000 ο φόβος του ισλάμ ήταν η διάσταση που προέκριναν οι ευρωπαίοι ειδήμονες, οι οποίοι αντιμετώπιζαν την ισλαμοφοβία περισσότερο με βάση το μοντέλο της ξενοφοβίας παρά με αυτό του ρατσιστικού μίσους:

Η ισλαμοφοβία μπορεί να ορισθεί ως ο φόβος, ή μια αλλοιωμένη από προκαταλήψεις αντίληψη του ισλάμ, των μουσουλμάνων και των σχετικών ζητημάτων. Μεταφράζοντας μέσω καθημερινών ενεργειών ρατσισμό και διακρίσεις ή βιαιότερες εκδηλώσεις, η ισλαμοφοβία συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απειλή για την κοινωνική συνοχή. Προφανώς, στρέφεται και κατά των νέων. Οι νέοι και οι νέες προσβάλλονται ευθέως όταν γίνονται στόχος επιθέσεων και ισλαμόφοβων βιαιοτήτων. Αλλά, και αυτό είναι εξίσου σημαντικό, είναι στόχος της γενικότερης ανόδου των διακρίσεων και της ξενοφοβίας, είτε αυτές οι ενέργειες έχουν ενεργητική είτε παθητική μορφή. Στη διάρκεια αυτού του σεμιναρίου, η ισλαμοφοβία συζητήθηκε στο γενικότερο πλαίσιο του ρατσισμού και των διακρίσεων στην Ευρώπη, στις νέες και τις παλαιές εκφράσεις τους. Οι συζητήσεις αντιμετώπισαν και την ανησυχητική αναζωπύρωση των αντισημιτικών επιθέσεων, την ρομανοφοβία και τις διακρίσεις των ρομ κοινοτήτων και τις εμμένουσες εκδηλώσεις των διακρίσεων έναντι των ορατών κοινοτήτων. 

Αν επρόκειτο μόνο για φόβο, και για φόβο του άγνωστου ή του «άλλου» ως «διαφορετικού», το πρόβλημα κατά μεγάλο μέρος θα ρυθμιζόταν με την γνώση του «άλλου», πράγμα το οποίο θα μείωνε το μυστήριο και την παράξενη ανησυχία για τον «μουσουλμανικό κόσμο» που εκλαμβάνεται ως απειλητικός. Η διανοητική καταπολέμηση μιας μορφής ξενοφοβίας ισοδυναμεί με την υποχώρηση της άγνοιας σε ένα πεδίο. Το πρόβλημα όμως είναι διαφορετικό, και ο «διαπολιτισμικός διάλογος» συγκρούεται με την σκληρή πραγματικότητα των ιδεολογικοποιημένων παθών, όπου το μίσος και η μνησικακία κυριαρχούν, μέσα σε καταστάσεις μιμητικής εχθρότητας. Η εχθρότητα κατά των μουσουλμάνων δεν ανάγεται σε έναν ανορθολογικό φόβο, ή, ακριβέστερα, δεν στερείται «καλών λόγων». Γιατί από εδώ έχει περάσει η τζιχαντιστική τρομοκρατία. Επιπλέον, αν ορίσουμε την ισλαμοφοβία ως μορφή ξενοφοβίας με πολιτισμική ή, ειδικότερα, θρησκευτική βάση, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη ένα κοινωνικό φαινόμενο που έχει αποδειχθεί από πολλές εμπειρικές εργασίες: στις κοινωνίες όπου η εμπιστοσύνη πέφτει—όπως είναι η περίπτωση των σημερινών δυτικών κοινωνιών--, η ξενοφοβία ανέρχεται. Η αύξηση και η κοινοτοποίηση της δυσπιστίας αποτελούν την αποτελεσματική αιτία των ξενοφοβικών κινημάτων, όποια και είναι αυτά.
Ο όρος ισλαμοφοβία πρέπει να χρησιμοποιείται, με αυστηρό τρόπο, για να χαρακτηρίζει, στο πεδίο των γνωμών, τις κλήσεις στο μίσος, τις διακρίσεις και την βία με στόχο τους μουσουλμάνους ως τέτοιους, και όλους τους μουσουλμάνους. Ή, για να το πούμε πιο εννοιολογικά, την ουσιοποίηση και την διαβολοποίηση όλων των μουσουλμάνων. Αυτές οι παροτρύνσεις προς το μίσος μπορούν επίσης να αφορούν την μουσουλμανική θρησκεία ως τέτοια, θεωρούμενη συνολικά ως τοξική ή ιδεολογικός ιός, τον οποίον φέρουν όλοι οι μουσουλμάνοι. Υπάρχει, εδώ, μία απλή συμβολική μεταφορά, η οποία επιτρέπει για παράδειγμα να εξομοιώνεται με πολεμικό τρόπο το Κοράνι με το Mein Kampf. Αυτή η ουσιακή παθολογικοποίηση του ισλάμ δεν έχει καμία σχέση με μία κριτική εξέταση ενός θρησκευτικού δόγματος, έστω και αν αυτή [η παθολογικοποίηση] παρουσιάζεται ως τέτοια. Η στόχευσή της δεν είναι διανοητικής ή πνευματικής τάξης. Αποσκοπεί στο να προσφέρει επιχειρήματα τα οποία μπορούν να φαίνονται ότι επιβεβαιώνουν τις κινητοποιήσεις κατά των μουσουλμάνων, κινητοποιήσεις τροφοδοτούμενες από αρνητικά πάθη.
Συνεπώς, πρέπει να προβούμε σε μία εννοιολογική ανακατασκευή του άσχημα σχηματισμένου όρου «ισλαμοφοβία». Το κακό που ονομάζεται «ισλαμοφοβία» δεν ανάγεται σε φαινόμενο γνώμης (ως στιγματισμός), εκδηλώνεται επίσης στις συμπεριφορές και τις κοινωνικές πρακτικές, διαμέσου διακρίσεων ή παρατηρήσιμων φυσικών επιθέσεων. Μπορεί να κατανοείται ως ιδιαίτερη μορφή ετεροφοβίας ή ξενοφοβίας, που στοχεύει όχι μία χώρα ή έναν ξένο λαό, αλλά μια διεθνική κοινότητα πιστών, τα μέλη της Oumma, καθώς και την θρησκεία τους. Ως προς αυτό ακριβώς δεν είναι της ίδιας τάξης με την εβραιοφοβία, η οποία στοχεύει με αδιακρίτως έναν λαό (τον εβραϊκό λαό), μία κοινότητα πιστών, ενδεχομένως τον εβραϊσμό ως θρησκεία, μία άτυπη ομάδα ευρέως φανταστική («τους σιωνιστές») και ένα κράτος-έθνος (Ισραήλ) με τους κατοίκους του (τους Ισραηλινούς που αναγνωρίζονται ως Εβραίοι).
Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του 1980, η λέξη «ισλαμοφοβία» χρησιμοποιείται καταχρηστικά, και με αυξανόμενο τρόπο, για να χαρακτηρίσει όλες τις μορφές κριτικής εξέτασης του ισλάμ και όλως ιδιαιτέρως του πολιτικού ισλάμ, ακόμα και του ισλαμισμού (υπό τη μία ή την άλλη μορφή), εξέταση η οποία ωστόσο εντάσσεται στη νόμιμη άσκηση της ελευθερίας γνώμης και σκέψης. Εδώ είναι σαν να συγχέεται η κριτική με την κλήση για μίσος. Οι στρατηγικού τύπου χρήσεις από τους ισλαμιστικούς κύκλους καθιστούν την λέξη δύσκολα χρησιμοποιήσιμη. Αλλά το να αντικαταστήσουμε την «ισλαμοφοβία», επειδή την κρίνουμε υπερβολικά υπονομευμένη από στρατηγικού τύπου χρήσεις ή πολιτικές υστεροβουλίες, με τον «αντι-μουσουλμανικό ρατσισμό» ή την «μουσουλμανοφοβία» δεν θα άλλαζε τίποτα. Αυτές οι εκφράσεις, πέραν του γεγονότος ότι θα ενίσχυαν την συνήθη σύγχυση μεταξύ ρατσισμού και ξενοφοβίας, θα γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους ισλαμιστικούς κύκλους και τους συμμάχους τους, με τους ίδιους στόχους. Τα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά προβλήματα δεν επιλύονται με απλές λεξικολογικές ή σημασιολογικές μεταρρυθμίσεις. Παρ’ όλα αυτά, επειδή, πρέπει να ονοματίζουμε ορθώς τα πράγματα, η επιλογή των περιγραφικών, χωρίς διφορούμενα, όρων, προικισμένων με λειτουργική αξία είναι η πιο συνετή μέθοδος: μιλώντας για «αντι-μουσουλμανικές ενέργειες», στεκόμαστε σε εμπειρικές διαπιστώσεις, ικανές να υποβάλλονται σε διαδικασίες επαλήθευσης. Με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγουμε τις δίκες προθέσεων, προφυλασσόμενοι συνάμα από τον πειρασμό της γενικευμένης υποψίας—αυτήν στην οποία πέφτουν όσοι βλέπουν «ισλαμόφοβους» παντού.
Φυσικά δεν μπορεί κανένας να αρνηθεί ότι υπάρχουν άτομα που είναι απροϋπόθετα εχθρικά κατά των μουσουλμάνων. Ότι δοκιμάζουν αποστροφή ή φόβο έναντι των μουσουλμάνων αδιακρίτως, αυτοί οι αντι-μουσουλμάνοι μπορούν να θεωρούνται ξενόφοβοι ή ετερόφοβοι. Η στοχευμένη ωστόσο ετεροφοβία τους δεν εντάσσεται στον ρατσισμό, παρά μόνον μεταφορικά: οι μουσουλμάνοι δεν μπορούν να θεωρούνται ως «φυλή», «εθνότητα» ή «λαός». Αυτή η αντι-μουσουλμανική ετεροφοβία, που βάζει στο ίδιο τσουβάλι κοινούς μουσουλμάνους και ισλαμιστές δεν είναι λιγότερο ηθικά καταδικαστέα και πολιτικά επικίνδυνη. Τροφοδοτεί τα πολεμικά πάθη υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από μία συνολική σύγκρουση μεταξύ των μουσουλμάνων και των άλλων. Ωστόσο, αυτή η αποκαλυψιακή αντίληψη είναι, ακριβώς, αυτή των τζιχαντιστών ισλαμιστών.
Σε ένα άρθρο διασαφήνισης που δημοσιεύθηκε μετά τις επιθέσεις της 13ης Νοεμβρίου 2015, ο Ζαν-Κλωντ Μιλνέρ (Jean-Claude Milner) υποδεικνύει το κρυμμένο κίνητρο των ισλαμιστών εντολέων των τρομοκρατικών ενεργειών:

Περισσότερο οξυδερκές από άλλους, το Χαλιφάτο αναγνώρισε στην απαγόρευση της μαντήλας ένα τεταμένο χέρι: τι θα γινόταν αν το άδραχνε; Στο επιχείρημα της άρνησης των κοινοτισμών, αναγνώρισε μία χωρίς προηγούμενο ευκαιρία που δινόταν προς την ισότητα∙ φοβήθηκε ότι οι μουσουλμάνοι θα επωφελούνταν από αυτή. Πάνω από όλα, φοβάται τον αυθόρμητο κοσμικισμό του μέσου μουσουλμάνου: τι θα συνέβαινε αν οι μουσουλμάνοι της Ευρώπης έπαιρναν σοβαρά υπόψη ότι τους επιτρεπόταν η θρησκευτική αδιαφορία όπως συμβαίνει και στους υπόλοιπους; 

Οι τζιχαντιστικές ενέργειες απαντούν με τον δικό τους τρόπο σε μία απειλή που θέλουν να ξορκίσουν: την ρεπουμπλικανική ενσωμάτωση των μουσουλμάνων, που έγιναν ισότιμα μέλη της κοινότητας των πολιτών η οποία αποτελεί το γαλλικό έθνος. Συνεπώς, αυτό που οι ισλαμιστές εκλαμβάνουν ως απειλή είναι το τέλος του αυτο-αποκλεισμού των μουσουλμάνων. Γι αυτό και καταγγέλλουν τόσο πολύ αυτό που ονομάζουν «ισλαμοφοβία», ακόμα και επινοώντας την, ενορχηστρώνοντας την διαρκή της καταγγελία. Η πίστη ότι η γαλλική κοινωνία είναι εγγενώς ισλαμόφοβη διαθέτει γι αυτούς θεμελιώδη αξία: εμποδίζει τους μουσουλμάνους από το να εύχονται την ενσωμάτωσή τους στην κοσμική και πλουραλιστική κοινωνία υποδοχής και, κάνοντάς το αυτό, ευνοεί τον ισλαμικό κοινοτισμό. Η αφομοίωση, ιδού ο εχθρός. Αφού υπενθυμίσει ότι η ρεπουμπλικανική χειραφέτηση προϋποθέτει «την κοινωνική ανέλιξη και την παρένθεση των βιολογικών και πολιτισμικών διαφορών», ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, συναντώντας τις αναλύσεις του Μιλνέρ, δικαίως σημειώνει: «Η Γαλλία (…) γίνεται αντικείμενο απέχθειας από τους φονταμενταλιστές όχι γιατί καταπιέζει τους μουσουλμάνους, αλλά γιατί τους απελευθερώνει.»
Έστω και αν μπορεί να φαίνεται δύσκολο, και πιθανώς ανέφικτο, λαμβάνοντας υπόψη τις διανοητικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις επ’ αυτών των ζητημάτων, να «αρθούμε των συγκρούσεων», έκρινα ότι θα ήταν μία καλή μέθοδος να διατυπώσω ορισμένες στοιχειώδεις θέσεις για το ισλάμ και τις σχέσεις του με τον ισλαμισμό και τον αντι-ισλαμισμό. Προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν σαφέστερος, με τον κίνδυνο να φανεί ότι φλερτάρω με προφάνειες. Αυτές οι τελευταίες, ωστόσο, όταν θεμελιώνονται, είναι διαφωτιστικές. Η σαφήνεια των θέσεων και των αναλύσεων είναι αυτό που λείπει περισσότερο από εκείνους οι οποίοι συγκρούονται μέσω ενός φραστικού εμφυλίου πολέμου εντός της κοινότητας των διανοουμένων, ενώ ένας μη συμβατικός πόλεμος μαίνεται από τρομοκρατικές ομάδες κατά αμάχων και κρατών που καταδικάζονται ως «άπιστα».

1) Το ισλάμ δεν είναι ο ισλαμισμός, αλλά αυτός ο τελευταίος δεν είναι ξένος προς το ισλάμ. Συνιστά ένα από τα πρόσωπά του.
2) Δεν μπορούμε να ανάγουμε το ισλάμ στα ιδρυτικά του κείμενα, ούτε τους μουσουλμάνους σε οποιεσδήποτε αναπαραστάσεις της κατηγορίας «ισλάμ». Ένα μουσουλμανικό άτομο δεν ανάγεται στο γεγονός ότι είναι μουσουλμάνος, εκτός, ακριβώς, και αν είναι οπαδός μιας μορφής ισλαμισμού. Σε αυτήν την περίπτωση, η προσωπική του ταυτότητα είναι ότι συνιστά «στρατιώτη του ισλάμ» στρατευμένου σε προπαγανδιστικές ενέργειες ή σε πόλεμο κατά μη μουσουλμάνων ή «κακών» μουσουλμάνων.
3) Υπάρχουν ισλάμ (σουνισμός, σιισμός, σουφισμός, κλπ.) και ισλαμισμοί (σαλαφιστικοί ή βαχαμπιτικοί, Αδελφοί Μουσουλμάνοι, τζιχαντιστές διαφόρων αποχρώσεων, κλπ.). Το να μιλάμε για «ισλάμ» ή «ισλαμισμό» είναι γλωσσική σύμβαση, η οποία δίνει λαβή σε αφελείς ουσιακές ή ιδιοτελείς ερμηνείες. Εδώ, χρειάζεται αναγκαία κριτική εγρήγορση. Αυτή προϋποθέτει μία ιστορικοποίηση του ισλάμ ώστε να εξουδετερώνονται εκείνοι οι οποίοι απολυτοποιούν όλες τις διδαχές του. Παρ’ όλα αυτά, οι ισλαμιστές, πέρα από τις διαφορές τους ή τους καβγάδες τους, αναφέρονται στα ίδια ιδρυτικά κείμενα και στις ίδιες νομικολογικές εξηγήσεις στις οποίες αναφέρονται και οι μη ισλαμιστές μουσουλμάνοι, από εδώ απορρέει και η νομιμοποίηση την οποία έμαθαν να διαχειρίζονται.
4) Ένας ισλαμισμός είναι προϊόν πολιτικοποίησης ενός ισλάμ, του οποίου ο στόχος είναι να ανατρέψει και να επανιδρύσει κάθε μη μουσουλμανική κοινωνική τάξη, «νόθα» ή «ανεπαρκώς» μουσουλμανική.
5) Κάθε ισλαμισμός έχει στόχο να εγκαθιδρύσει μία πολιτικο-θρησκευτική τάξη που προϋποθέτει την εγκαθίδρυση της σαρία, η οποία προϋποθέτει την αντιμετώπιση των μη μουσουλμάνων ως κατώτερων όντων (υποκείμενων σε πληρωμή λύτρων ή ειδικού φόρου, σε διακρίσεις, σε εκτόπιση ή πόλεμο), την υποχρέωση για τις γυναίκες να φέρουν «πέπλο» (νικάμπ, μπούρκα, κλπ.), την διάκριση των φύλων και την κανονικοποίηση του ατομικού και συλλογικού τζιχάντ, «επιθετικού» και «αμυντικού». Ο μακρινός ορίζοντας είναι η εγκαθίδρυση ενός χαλιφάτου σε παγκόσμια κλίμακα.
6) Οι ισλαμιστικές ομάδες αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση ενός εμιράτου στην μία ή την άλλη περιοχή, μιας Πολιτείας ή ενός ισλαμικού χαλιφάτου, αυτό το τελευταίο δυνάμενο να επεκταθεί σε οικουμενική ισλαμική αυτοκρατορία. Ορισμένοι ισλαμιστές ιδεολόγοι, εμπνεόμενοι από το λενινισμό, θεωρητικοποίησαν μία κατακτητική στρατηγική σταδίων, όπου συναντάμε αυτούς τους στόχους. Οι ισλαμικές πολιτικές ιεραρχίες, είτε βρίσκονται σε κατάσταση σχεδίου είτε έχουν την μορφή υπαρκτών καθεστώτων, παρουσιάζουν όλα τους τα χαρακτηριστικά δικτατορίας. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτήν την τελευταία ως ιδεοκρατία ή θεοκρατία.
7) Οι ισλαμιστές εφαρμόζουν διάφορες στρατηγικές και προσφεύγουν σε πολλές μεθόδους, βίαιες ή «ήπιες», για να φέρουν σε πέρας την κατάκτηση του μη μουσουλμανικού κόσμου ή τον «εξισλαμισμό» των μη μουσουλμανικών κοινωνιών: προσηλυτισμός, πολιτισμικός και μεντιακός πόλεμος (εκστρατείες «κατά της ισλαμοφοβίας», εργαλειοποιήσεις της «ανεκτικότητας» ή των πολυπολιτισμικών ιδεωδών, μονοπώληση του αντιρατσισμού), άρνηση των νόμων και των παραδόσεων των χωρών υποδοχής—και, σε σχέση με αυτά, διάφορες παροτρύνσεις ώστε να ενισχύεται ο νέος μουσουλμανικός κοινοτισμός, που γεννιέται από το φόβο της διάλυσης της μουσουλμανικής ταυτότητας μέσα σε ορισμένους κύκλους--, ασκούμενες πιέσεις σε πολιτικούς φορείς, εκφοβισμοί που καταφεύγουν στα νομικά όπλα, απειλές κατά προσωπικοτήτων εχθρικών στον ισλαμισμό, τρομοκρατικές ενέργειες συνοδευόμενες από θεαματικές προπαγανδιστικές δραστηριότητες. Ο σημερινός αρχηγός της Αλ-Κάϊντα, ο Αϊμάν αλ-Ζαουάχρι, θεωρητικοποίησε αυτή τη νέα πρακτική του τζιχάντ στην εποχή της πληροφορικής και επικοινωνιακής παγκοσμιοποίησης: «Το μισό τζιχάντ είναι μεντιακό».
8) Όλα τα πολιτικά ισλάμ παράγουν ετεροφοβίες ή πολιτισμικές μορφές ρατσισμού, που μπορούμε να τις περιγράψουμε ως νεο-ρατσισμούς. Οι δύο πρωταρχικότεροι, θεμελιωδώς συνδεδεμένοι, είναι η εσπεροφοβία, ή το ιδεολογικοποιημένο μίσος της Δύσης, και η εβραιοφοβία, η οποία αναμειγνύει ριζοσπαστικό αντισιωνισμό, ισραηλοφοβία και αντιεβραϊκή συνωμοσιολογία. Η σημερινή παγκόσμια εβραιοφοβία τροφοδοτείται πρωτίστως από τους ισλαμιστές. Το ίδιο ισχύει και για τον απροϋπόθετο αντι-δυτικισμό, που θεωρητικοποιήθηκε παλιότερα από τον Σαγίντ Κουτμπ.
9) Οι πολιτικοποιήσεις του ισλάμ, οι οποίες προσλαμβάνουν συχνά την μορφή «επαναστατικών φονταμενταλισμών», είναι ασυμβίβαστες με τις φιλελεύθερες/πλουραλιστικές δημοκρατικές κοινωνίες.
10) Η απόρριψη του ισλαμισμού απορρέει ταυτόχρονα από το απωθητικό θέαμα που προσφέρεται από την τζιχαντιστική τρομοκρατία, η οποία προξενεί καθημερινά θύματα παντού σε όλον τον κόσμο, και από την άρνηση του να ζει κανείς σε αυταρχικές ή ολοκληρωτικές δικτατορίες θεοκρατικού τύπου.
11) Ο αντι-ισλαμισμός δεν έχει σχέση με ό,τι εσφαλμένα αποκαλείται «ισλαμοφοβία», κατηγορία αμαλγάματος που συγχέει την διανοητική κριτική των δογμάτων ή των πρακτικών μιας θρησκείας (του ισλάμ, υπό τη μία ή την άλλη μορφή), την πολιτική και ηθική κριτική του ισλαμισμού (τζιχαντιστικού ή μη) και την κλήση μίσους ή βίας κατά των μουσουλμάνων ως τέτοιων.
12) Οι ισλαμιστές έχουν κάθε συμφέρον να κάνουν πιστευτό ότι οι αντι-ισλαμιστές είναι «ισλαμόφοβοι», άρα, ότι είναι αντι-μουσουλμάνοι ρατσιστές και, ευρύτερα, ότι κάθε κριτική εξέταση του ισλάμ ή του μουσουλμανικού κόσμου εκφράζει μία περισσότερο ή λιγότερο καλυμμένη «ισλαμοφοβία».
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι η ισλαμιστική απειλή δεν αναγνωρίζεται—η άρνηση θα φαινόταν ασύγγνωστη--, αλλά συνίσταται στην υποτίμηση του φαινομένου, το οποίο συνοδεύεται συχνά από διάφορες δικαιολογίες που παρουσιάζουν τους τζιχαντιστές ως θύματα φύσει ισλαμόφοβων κοινωνιών. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ορισμένοι μοναδικοί προφήτες της ευτυχίας αναγγέλλουν την ακόλουθη ψεύτικη νέα είδηση προσφεύγοντας σε διαφορετικά ρεφραίν: «αποτυχία», «παρακμή», ή «τέλος» του ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Με κάθε τρομοκρατικό χτύπημα, η ύπνωση διακόπτεται από μία οδυνηρή αφύπνιση. Η υποτίμηση όμως παραμένει σαν να είναι ζαρωματιά. Γενικά, όμως, αυτοί που υποτιμούν την ισλαμιστική απειλή είναι και εκείνοι που καταγγέλλουν με την μεγαλύτερη ένταση την «ισλαμοφοβία».
13) Ο αντι-ισλαμισμός (τον οποίον μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε δια του νεολογισμού της «ισλαμισμοφοβίας») είναι μία νόμιμη άμυνα των δημοκρατικών/φιλελεύθερων κοινωνιών.
14) Οι μη ισλαμιστές μουσουλμάνοι, a fortiori εκείνοι οι οποίοι εναντιώνονται δημοσίως κατά του ισλαμισμού, διαβολοποιούνται και απειλούνται από τους ισλαμιστές. Το ίδιο ισχύει και για τους μουσουλμάνους οι οποίοι έχουν μία κριτική στάση έναντι του ισλάμ και καλούν σε αναθεώρηση ορισμένων δογμάτων ή σε μία ελεύθερη ερμηνεία των βασικών κειμένων.
15) Οι μουσουλμάνοι που είναι εχθρικοί στον ισλαμισμό είναι οι φυσικοί σύμμαχοι των μη μουσουλμάνων αντι-ισλαμιστών.
16) Οι αντι-ισλαμιστές, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, είναι μαχητές της ελευθερίας. Στην Γαλλία, παρουσιάζονται όλο και συχνότερα ως υπερασπιστές της αρχής της κοσμικότητας. Γι αυτό και είναι ο πρωταρχικός στόχος των ισλαμιστών και των συμμάχων τους, και αποτελούν διαρκώς το αντικείμενο δυσφημιστικών εκστρατειών, οι οποίες παρακινούν σε όλο και πιο «ριζοσπαστικές» αντεπιθέσεις, δηλαδή αποφασιστικές και μισαλλόδοξες. Οι ισλαμιστές και οι σύμμαχοί τους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι «ισλαμο-αριστεριστές», αμφισβητούν ευθέως το αίτημα της κοσμικότητας, εμπνεόμενοι από την τριτοκοσμική ιδεολογία: καταγγέλλουν την κοσμικότητα ως το όπλο που επινόησαν οι «κυρίαρχοι» και οι «καταπιεστές» για να καθυποτάξουν τους «κυριαρχούμενους» και τους «καταπιεζόμενους». Εξού η ακραία κλιμάκωση. Ο κίνδυνος είναι να μετασχηματισθεί μία αρχή χωρισμού των σφαιρών που εγγυώνται την συνύπαρξη των πολιτών, η κοσμικότητα, σε μορφή εκκοσμικευμένης θρησκείας που αντιτίθεται σε μία πολιτικοποιημένη θρησκεία. Θα ήταν σαν να πέφταμε σε μια παγίδα που μας έχουν στήσει οι ισλαμιστές και οι σύμμαχοί τους.
17) Σε αυτές τις σπασμωδικές, και υπό την ισχυρή επίδραση των ΜΜΕ, αντιπαραθέσεις, που επικεντρώνονται σε ζητήματα που τίθενται με άσχημο τρόπο, μπορούμε να δούμε την ιδιαίτερη έκφραση ενός πλανητικού πολιτικο-πολιτισμικού πολέμου, του οποίου το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η ασύμμετρη δομή του. Αυτός αναπαράγει, στο συμβολικό πεδίο, την σύγκρουση ανάμεσα στα τακτικά στρατεύματα των διαφόρων κρατών-εθνών με τους φανατισμένους παρτιζάνους που επιτίθενται εξ εφόδου κατά των παλαιών πολιτισμών. Αυτός ο πολιτικο-μεντιακός πόλεμος αποτελεί μία πάρα πολύ συχνά απαρνημένη πλευρά της πολυδιάστατης σύγκρουσης ανάμεσα σε ειρηνικούς και άοπλους μη νομαδικούς πληθυσμούς, όπως είναι αυτοί των δυτικών δημοκρατιών με ηλικιωμένους πληθυσμούς οι οποίοι έχουν προσχωρήσει στον ηδονιστικό ατομικισμό, και σε ομάδες επαναστατικών πιστών, νεαρών, νομαδικών και ένοπλων. Υπενθυμίζει στους εκκοσμικευμένους και απομαγευμένους Δυτικούς την ισχύ των θρησκευτικών πίστεων, διαλύοντας ταυτόχρονα την ευρέως διαδεδομένη αυταπάτη ότι η θρησκευτική πίστη αποτελεί ασπίδα κατά της βίας.
Μέσα σε ορισμένες ιστορικές καταστάσεις, η μία ή η άλλη θρησκεία μπορεί να συνεισφέρει στην καταπράϋνση των ηθών, για να μιλήσουμε όπως ο Μοντεσκιέ. Ο μαξιμαλισμός όμως παραμένει διαρκής πειρασμός. Τίποτα δεν μπορεί να περιορίσει την ένταση της θρησκευτικής πίστης. Συνεπάγεται ότι δεν μπορούμε να ζητούμε από έναν πιστό να είναι «μετριοπαθής» στην πίστη του: εφαρμοζόμενη στο πεδίο της θρησκευτικής πίστης, η διάκριση μεταξύ «εξτρεμιστών» και «μετριοπαθών» δεν έχει νόημα. Δεν είναι γιατί είναι «μετριοπαθείς» στην πίστη τους, που οι μη τζιχαντιστές ή αντι-ισλαμιστές μουσουλμάνοι είναι τέτοιοι, μέσα σε ένα δεδομένο πλαίσιο. Μπορούμε όμως να αποφύγουμε παρηγορητικούς κοινούς τόπους;

μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

Pierre-André Taguieff

Φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών, διευθυντής ερευνών στο CnrS, διδάσκει στο ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του:Ο ρατσισμός (1998), Παγκοσμιοποίηση και Δημοκρατία (2002), Ο μύθος των «Σοφών της Σιών» (2006),Θεωρίες συνωμοσίας (2010), Τι είναι αντι-σημιτισμός; (2011), Ο νέος εθνικολαϊκισμός (2013).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το Δίκαιο της αδράνειας Ο Καραμανλής κι ο Τσίπρας

1 σχολιο

  • Ρίξτε κι άλλο νερό στο μύλο της Δεξιάς. Αυτό σας αξίζει.

    Συνδεσμος σχολιου
    Λέπουρας Ανδρέας Λέπουρας Ανδρέας Πέμπτη, 06 Απριλίου 2017 12:23

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά