Δευτέρα, 06 Φεβρουαρίου 2017

Η πόλη πάνω στον λόφο (και η αβάσταχτη ελαφρότητα του αυταρχισμού)

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Albrecht Dürer, Αλληγορία της δικαιοσύνης, σχέδιο σε χαρτί, 1498. Albrecht Dürer, Αλληγορία της δικαιοσύνης, σχέδιο σε χαρτί, 1498. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη, Ρωσία

 Η γενιά μας  πρέπει να πάει κόντρα στο διεθνές ρεύμα της απαξίωσης της δημοκρατίας και των θεσμών της, καθώς και του αφελούς θαυμασμού προς τους εχθρούς της δημοκρατίας. Δεν πρέπει να ενδώσουμε στην αβάσταχτη ελαφρότητα-έλξη του αυταρχισμού, γιατί δεν θέλουμε μία Ελλάδα υποτελή αυταρχικών καθεστώτων.

Κατά το παρελθόν, κάποιοι Πρόεδροι των ΗΠΑ έχουν παρομοιάσει τη χώρα τους με εκείνη τη βιβλική εικόνα της πόλης που στέκει σαν φάρος φωτεινός για τον υπόλοιπο κόσμο. Η αναφορά δεν γίνεται απευθείας στην Επί του Όρους Ομιλία, αλλά στο κήρυγμα του πουριτανού αποικιστή John Winthrop, που το 1630, αντικρίζοντας τις ακτές της Νέας Αγγλίας, οραματιζόταν ακριβώς ένα τέτοιο λαμπρό μέλλον για την Πολιτεία της Μασσαχουσέτης. Τα λόγια του Winthrop θα επηρεάσουν ιδίως τον Τζ.Φ. Κέννεντυ, ο οποίος στις 9 Ιανουαρίου 1961, σε ομιλία του ως εκλεγμένος πλέον Πρόεδρος, θα πει χαρακτηριστικά:

Σήμερα τα μάτια όλου του κόσμου είναι στραμμένα πάνω μας· και οι διοικήσεις μας, σε κάθε τους τμήμα, σε κάθε επίπεδο, εθνικό, πολιτειακό και τοπικό, πρέπει να αναδίδουν την εικόνα μιας πόλης πάνω σ’ ένα λόφο – μιας πόλης που κατοικείται από ανθρώπους που έχουν συνείδηση της μεγάλης εμπιστοσύνης που τους έχουν οι υπόλοιποι, καθώς και των μεγάλων ευθυνών που φέρουν. Διότι ξεκινάμε ένα ταξίδι όχι λιγότερο επικίνδυνο από εκείνο που ανέλαβε το 1630 το πλοίο Arbella [σσ. στο οποίο επέβαινε ο Winthrop].

Πέρα από τις μεσσιανικές συμπαραδηλώσεις που ενέχει ίσως αυτή η παρομοίωση, καθώς και τον αλαζονικό αμερικανικό εξαιρετισμό που έχει κατά καιρούς εκφράσει (αλλά και το γεγονός ότι μετά την εκλογή Τραμπ ηχεί ακόμη πιο παράξενα), δεν παύει να φέρει έναν γενικότερο, ισχυρό πολιτικό συμβολισμό.

Ο πολιτικός αυτός συμβολισμός μπορεί, σήμερα, να έχει μεγάλη σημασία ιδιαίτερα για την πατρίδα μας και τη θέση της στην ευρύτερη περιοχή, ιδίως σε σχέση με τις διαθέσεις που εκδηλώνει πλέον το καθεστώς Ερντογάν. Το ζήτημα, δηλαδή, που τίθεται είναι αν η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει στην περιοχή μας μία τέτοια «πόλη πάνω στον λόφο», να λειτουργήσει σαν ένας φάρος φωτεινός απέναντι στο σκοτάδι που έχει αρχίσει να απλώνεται στην αντίπερα όχθη.

Προς αυτή την κατεύθυνση η πρόσφατη «δίκη των οκτώ» και η έκβασή της στον Άρειο Πάγο φανερώνουν πολλά. Ανεξάρτητα από τη δράση των οκτώ (την οποία, σημειωτέον, δεν πρέπει κανείς τόσο εύκολα να εξωραΐζει), η χώρα μας απέδειξε ότι αποτελεί κράτος δικαίου, ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα (και κυρίως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) δεν υποχωρούν, καθώς επίσης και ότι τα δικαστήριά μας παραμένουν ανεξάρτητα ακόμη και όταν η πολιτική ηγεσία επιχειρεί να προκαταλάβει την κρίση τους. Η εξέλιξη αυτή αποκάλυψε, πολύ περισσότερο, το βαθύτερο χάσμα που διανοίγεται πλέον μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σε επίπεδο ιεράρχησης βασικών αξιών ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Και η χώρα μας, αν θέλει να επιβιώσει και να μην αφομοιωθεί πολιτισμικά από το καθεστώς της γείτονος, έχει χρέος ιστορικό να κρατήσει ψηλά τη σημαία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου και, έτσι, να αποτελέσει ευθέως το αντίβαρο έναντι του νεο-οθωμανικού καθεστώτος Ερντογάν. Χωρίς φοβίες ενός τμήματος του αστικού κόσμου της χώρας, που το μόνον που μοιάζει να επιθυμεί πλέον είναι μακαριότητα, αταραξία και γενική τήρηση –αβέβαιων ή πλέον ανύπαρκτων– ισορροπιών (εντός και εκτός συνόρων)· και χωρίς έμφοβες απολογίες από το Πρωθυπουργικό Γραφείο. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία. Ασφαλώς η πολιτική αυτή αντιδιαστολή δεν αφορά τον ίδιο τον τουρκικό λαό, σημαντικό τμήμα του οποίου, άλλωστε, υφίσταται τις ζοφερές συνέπειες του εγκαθιδρυόμενου αυταρχικού καθεστώτος.

Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να παραγνωρίσει την τρέχουσα πραγματικότητα: η Ελλάδα είναι βαθιά τραυματισμένη από τη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, που έχει σαρώσει βεβαιότητες και σταθερές δεκαετιών. Οι πολίτες είναι διαρκώς ζαλισμένοι. Η ανεργία καταστρέφει ζωές, όνειρα και ελπίδες. Η αποδόμηση είναι ορατή σε όλα τα επίπεδα. Κι όλα αυτά, με μία κυβέρνηση που πορεύεται συνεχώς στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα – ...μάλλον την ελπίδα παραμονής της για ακόμη μία ημέρα στην εξουσία.

Αλλά μέσα σε όλα αυτά πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε τι συμβαίνει γύρω μας, πού ακριβώς βρισκόμαστε, σε ποια ιστορική περίοδο και σε ποια γωνιά αυτού του πλανήτη ζούμε. Η αποεστίαση (zoom-out) της οπτικής μπορεί να μας ωφελήσει. Το διεθνές σκηνικό έχει αλλάξει· οι διεθνείς προστάτιδες δυνάμεις μας έχουν περιοριστεί ή, σε κάθε περίπτωση, έχει μειωθεί το ενδιαφέρον τους για την ελληνική υπόθεση. Και το πρόβλημά μας δεν είναι ασφαλώς μόνον οικονομικό. Είναι και πρόβλημα ύπαρξής μας ως σύγχρονης εθνικής υπόστασης. Ναι, υπάρχουν και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας. Αλλά δεν αρκούν. Η πατρίδα μας, όσο πληγωμένη κι αν είναι, πρέπει να ξαναπατήσει γερά στα πόδιά της. Πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια μας και να ανασυγκροτηθούμε άμεσα· είναι όρος εθνικής επιβίωσης.

Και πώς φτιάχνεις στην περιοχή μας μία πόλη-φάρο, ένα πρότυπο μίμησης, έναν πόλο έλξης, θα διερωτηθεί κανείς. Η απάντηση, νομίζω, πρέπει να είναι σαφής: Πέρα από την –εξίσου σοβαρή– υπόθεση της οικονομικής ανάκαμψης, η Ελλάδα πρέπει να αντιπαρατεθεί ευθέως σε αντιδημοκρατικές πρακτικές. Και το μήνυμα αυτό πρέπει να διαχυθεί σε ολόκληρη την κοινωνία: Όποιος εκδηλώνει τον θαυμασμό ή τη συμπάθειά του προς απολυταρχικές πρακτικές, πρέπει να γνωρίζει ότι σπρώχνει τη χώρα μας σε μία μαύρη τρύπα από την οποία δύσκολα υπάρχει επιστροφή. Το σοβαρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα που έχει η Ελλάδα σε σχέση ιδίως με τη γείτονα είναι ότι μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί σαν φάρος ελευθερίας και δημοκρατίας· αυτή ήταν και μέχρι πρότινος η ασπίδα προστασίας μας, ιδίως από τη μεταπολίτευση και μετά.   

Τι σημαίνουν όμως όλα τα παραπάνω σε πιο πρακτικό επίπεδο;

1. Σημαίνουν προεχόντως πιστή προσήλωση στις βασικές αξίες και αρχές μιας σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας και, ειδικότερα, περιφρούρηση και ενίσχυση του κράτους δικαίου και θεσμών ζωτικής σημασίας, όπως είναι κυρίως η δικαιοσύνη, όπου η ευδικία, το μέτρο και η φρόνηση πρέπει να κυριαρχούν. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, κάθε ενέργεια ευθείας ή, έστω, έμμεσης παραβίασης του Συντάγματος και των νόμων της χώρας, προερχόμενη μάλιστα από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, είναι ανεπίτρεπτη και πρέπει να καταδικάζεται όχι μόνον από τον «νομικό κόσμο της χώρας» αλλά και από ολόκληρη την κοινωνία. Εδώ αναφέρομαι λ.χ. στην παραβίαση της ρητής συνταγματικής απαγόρευσης της απεργίας των δικαστικών λειτουργών (άρθρο 23 παρ. 2 υποπαρ. 2 εδάφ. α’ Συντ.) ή στην επιχείρηση κατάλυσης της ρητής συνταγματικής επιταγής περί υποχρεωτικής αποχώρησης των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών «μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους» (άρθρο 88 παρ. 5 εδάφ. α’ Συντ.). Κι είναι πραγματικά ανεπίτρεπτο σε μία δημοκρατική κοινωνία οι φύλακες του νόμου να καλούν ανοιχτά σε παραβίαση του Συντάγματος. Οι πολίτες πρέπει να είναι σε δημοκρατική εγρήγορση και να εκφράζουν, με κάθε νόμιμο μέσο και κυρίως με το λόγο τους, την αντίθεσή τους σε κάθε προσπάθεια κατάλυσης του Συντάγματος και της νομιμότητας. Η δημοκρατία και η προστασία των θεσμών είναι δοκιμασία, και μάλιστα διαρκής.

2. Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να είναι ύψιστη προτεραιότητα. Όταν η γείτων χώρα διολισθαίνει σε ατραπούς σκοτεινές, εμείς οφείλουμε να στεκόμαστε στο ύψος των περιστάσεων. Όχι μόνον για όσους ζητούν άσυλο ή προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων τους από την Ελληνική Πολιτεία με βάση εσωτερικούς και διεθνείς κανόνες δικαίου, αλλά και για όσους διαβιούν ήδη εντός της επικράτειάς μας, υπό συνθήκες φτώχειας, περιθωριοποίησης ή πλήρους ευτελισμού της αξιοπρέπειάς τους. Οι θάνατοι στη Μόρια θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στην αποπομπή του αρμόδιου Υπουργού, άνευ ετέρου· αν δεν υπάρχει εκεί πολιτική ευθύνη με συγκεκριμένες συνέπειες, τότε οι λέξεις έχουν χάσει πραγματικά το νόημά τους.

3. Σε μία πόλη πάνω στο λόφο η ελευθερία του λόγου και του Τύπου διαφυλάσσονται ως κόρη οφθαλμού, ιδίως όταν η ενάσκησή τους αφορά τα έργα και τις ημέρες δημοσίων αξιωματούχων, οι οποίοι, στο πλαίσιο αυτού του ρόλου τους, πρέπει να ανέχονται ακόμη και τη σκληρή, δριμεία κριτική. Ασφαλώς έχουν και τα δημόσια πρόσωπα δικαίωμα στην προσωπικότητα (και ιδίως στην ιδιωτικότητα). Αλλά είναι ανεπίτρεπτο να σύρονται αρθρογράφοι στα δικαστήρια (απειλούμενοι μάλιστα με εξοντωτικά ποσά αποζημίωσης), απλά και μόνον επειδή άσκησαν κριτική στην πολιτική που ακολουθεί ένα δημόσιο πρόσωπο – ακόμη και αν η κριτική αυτή συνοδεύεται από οξείς χαρακτηρισμούς ή απαξιωτικές αξιολογικές κρίσεις. Ο κίνδυνος ενός γενικότερου εκφοβισμού (chilling effect), μιας προληπτικής αυτολογοκρισίας, μπορεί να αποβεί παραλυτικός για ολόκληρη την κοινωνία και καταστροφικός για τη δημοκρατία. Όσο μάλιστα υποχωρεί η ελεγκτική λειτουργία του Τύπου, διογκώνεται η αυθαιρεσία της πολιτικής εξουσίας.    

4. Τελευταίο, μα όχι λιγότερο σπουδαίο: ο φάρος εκπέμπει φως θερμό. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να λειτουργεί ως πόλος έλξης, να διακρίνεται δηλαδή από ανοιχτότητα και εξωστρέφεια. Στις κλειστές κοινωνίες θα πρέπει να αντιπαρατεθεί μία ανοιχτή ελληνική κοινωνία που θα προσελκύσει, μεταξύ άλλων, επιστήμονες, καλλιτέχνες και άλλους δημιουργικούς ανθρώπους, όχι μόνον από την αντίπερα όχθη αλλά και από άλλες χώρες. Θα τείνει χείρα φιλίας και βοηθείας – στο μέτρο βέβαια των οικονομικών της δυνατοτήτων. Θα παρέχει σπουδές και σε ξένες γλώσσες και θα κατανοεί, γενικότερα, την αξία του ανθρώπινου κεφαλαίου για την πρόοδο και την ευημερία μιας χώρας. Μία ανοιχτή κοινωνία που θα αποτινάξει από πάνω της το –διαχρονικό δυστυχώς– στίγμα ενός «έθνους ανάδελφου» θα κατακτήσει τον σεβασμό των υπολοίπων με το παράδειγμά της και, έτσι, θα δημιουργήσει χρήσιμες συμμαχίες για την επιβίωσή της στη διεθνή κοινότητα. Οι φοβικές προσεγγίσεις μόνον πατριωτικές δεν είναι· αντιθέτως, μας μικραίνουν και εγκλωβίζουν τη χώρα στη μόνιμη μιζέρια της «αναδελφοσύνης», που βαφτίζεται τάχα «περήφανη στάση» από τους διάφορους εμπόρους του εθνικολαϊκισμού. Η λογική της ήπιας δύναμης μπορεί να αποδώσει σημαντικούς και διαρκείς καρπούς, αρκεί να υπάρχει φρόνηση, αποφασιστικότητα και σοβαρός σχεδιασμός.

Αν σας μοιάζουν όλα τα παραπάνω εντελώς ουτοπικά στην παρούσα φάση της σύγχρονης ελληνικής περιπέτειας, πιθανόν να έχετε δίκιο· πιθανόν όμως να έχετε και άδικο. Δεν θα το μάθουμε όμως ποτέ αν δεν προσπαθήσουμε. Αυτή τη στιγμή, πέρα από την άμεση αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών μας θεμάτων, η επιδίωξη ενός τέτοιου οράματος, η δημιουργία μιας τέτοιας πόλης στην ταραγμένη γωνιά της νοτιοανατολικής Μεσογείου είναι για την Ελλάδα όρος εθνικής και πολιτισμικής επιβίωσης. Διαφορετικά, αν δηλαδή αφεθούμε στην αδράνεια και συνηθίσουμε την προϊούσα παρακμή των θεσμών και των ελευθεριών μας, θα αφομοιωθούμε πολιτισμικά από το «υπόδειγμα» της γείτονος, θα αλωθούμε πλήρως εσωτερικά – ακόμη και χωρίς κάποια πολεμική αναμέτρηση.

Η γενιά μας όμως δεν έχει κανένα λόγο να μοιάσει σε κάποιους επίδοξους νεο-οθωμανούς. Πρέπει, γενικότερα, να πάει κόντρα στο διεθνές ρεύμα της απαξίωσης της δημοκρατίας και των θεσμών της, καθώς και του αφελούς θαυμασμού προς τους εχθρούς της δημοκρατίας. Δεν πρέπει να ενδώσουμε στην αβάσταχτη ελαφρότητα-έλξη του αυταρχισμού, γιατί δεν θέλουμε μία Ελλάδα υποτελή αυταρχικών καθεστώτων. Ας αναλογιστούν, άλλωστε, μερικοί συμπολίτες μας τι θα συμβεί αν κάποια στιγμή η αντιδημοκρατική «αποφασιστικότητα», που τόσο επιπόλαια θαυμάζουν σε κάποιους «ηγέτες», στραφεί εναντίον μας... Οι πλάνες των τζογαδόρων, σε πολιτικό επίπεδο, οδηγούν σε εθνικές καταστροφές.

Μόνον, λοιπόν, ως φάρος φωτεινός, ελευθερίας και δημοκρατίας, μπορούμε να διαφοροποιηθούμε και να επιβιώσουμε σ’ αυτήν την περιοχή. Δεν πρόκειται για κάποια εργαλειακή προσέγγιση των αξιών, αλλά για μία περίπτωση όπου αξίες και εθνικό συμφέρον ευθυγραμμίζονται· πρόκειται, δηλαδή, για μία υπόθεση για την οποία αξίζει κανείς να αγωνιστεί. Ας σκεφτούμε απλά, παραφράζοντας εδώ τον Τζ.Φ. Κέννεντυ, ότι τα μάτια των επομένων γενεών είναι πάνω μας και εναποθέτουν σε εμάς τις ελπίδες και την εμπιστοσύνη τους.

Αντώνης Καραμπατζός

Αναπληρωτής Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ο Τσίπρας, το Δημοψήφισμα και η Δραχμή Η μουριά

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά