Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Γιατί όλοι αντιπαθούν τα lidl;

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Η αναζήτηση φτηνών προϊόντων έχει και ιδεολογικές πτυχές. Η αναζήτηση φτηνών προϊόντων έχει και ιδεολογικές πτυχές.

Η μεταφύτευση στην Ελλάδα της γερμανικής αλυσίδας εκπτωτικών σουπερμάρκετ Lidl, εδώ και περίπου 15 χρόνια, προκάλεσε και προκαλεί αντιδράσεις που προσφέρουν προνομιακή θέαση σε ένα ευρύ φάσμα βαθιά ριζωμένων νοοτροπιών, στάσεων, συμπεριφορών, ιδεοληψιών και προκαταλήψεων της ελληνικής κοινωνίας.

Eν συντομία, τα Lidl βρίσκονται στο μέσο διασταυρούμενων πυρών: αφ’ ενός ο σπηλαιώδης εθνικισμός της κλειστοφοβικής Δεξιάς, σε τακτική συμμαχία με τον εξ ίσου πρωτόγονο αντιγερμανισμό της «πατριωτικής» Αριστεράς∙ αφ’ ετέρου ο σνομπισμός και η απαξίωση από κάποιους κατ’ όνομα φιλελεύθερους, αυτούς που θεωρητικά θα έπρεπε να υπερασπίζονται τις εμπορικές πρακτικές της αλυσίδας, ως λατρευτές της αγοράς και του υγιούς ανταγωνισμού που ρίχνει τις τιμές και προστατεύει τον καταναλωτή. Στο παρόν δεν θα ασχοληθούμε με τις εθνικιστικές κορώνες του πάλαι ποτέ αντιμνημονιακού μετώπου, άλλωστε είναι πράγματα που έχουν ειπωθεί κατά κόρον∙ θα επικεντρωθούμε κυρίως στη δεύτερη κατηγορία τιμητών των Lidl, αναδεικνύοντας την αμηχανία και τις αντιφάσεις της «καλής κοινωνίας» απέναντι στο φαινόμενο.
Σε ένα γνωστό ανέκδοτο, δύο ρώσοι μεγιστάνες συνομιλούν για το πώς ξοδεύουν τα λεφτά τους και ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο. Λέει ο πρώτος: «αγόρασα ένα φοβερό σκάφος για 50 εκατομμύρια δολάρια!». Και απαντά ο δεύτερος: «σε έπιασαν μαλάκα, αγόρασα το ίδιο σκάφος για 75 εκατομμύρια!»
Πέρα από τη σάτιρα που ασκεί στους νεόπλουτους ολιγάρχες και τον μέχρι αηδίας επιδεικτικό τρόπο ζωής τους, το αστείο φωτίζει το χαρακτήρα τoυ εμπορεύματος ως φετίχ και τη δυαδική φύση του ως αντιφατικής ενότητας δύο διαφορετικών αξιών: αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας. Φετιχισμός σημαίνει ότι η χρηστική αξία εξατμίζεται και στη θέση της απομένει ένα χρηματικό ισοδύναμο. Το εμπόρευμα απογυμνώνεται από κάθε άλλη ιδιότητα και παραπέμπει μόνο στην ατομική δύναμη του κατόχου του χρήματος με το οποίο αγοράστηκε. Όσο πιο ακριβό, τόσο πιο ισχυρός κοινωνικά ο αγοραστής του. Όταν αγοράζεις «μάρκα» δεν το κάνεις τόσο για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος (π.χ. η ανθεκτικότητα ενός ενδύματος) αλλά πρωτίστως ως επίδειξη οικονομικής επιφάνειας ή «καλού γούστου». Γούστου, που όπως έχει δείξει ο Θορστάιν Βέμπλεν στη Θεωρία της Αργόσχολης Τάξης, είναι η χρηματική ακρίβεια καμουφλαρισμένη με αισθητικούς όρους. Το γούστο είναι ταξικό.
Η εμφάνιση στην ελληνική αγορά των γερμανικών σουπερμάρκετ Lidl, με τις αισθητά χαμηλότερες τιμές σε πολλά είδη δικής τους «ετικέτας», ανατροφοδοτεί αυτές τις διαδικασίες κοινωνικής διαφοροποίησης με όχημα την κατανάλωση. Τα Lidl διακωμωδούνται ως μια πιασάρικη μεταφορά για τη χαμηλή ποιότητα και την κακή απομίμηση, που απευθύνονται σε άσχετους και αφελείς. Συναντάμε εκφράσεις όπως «φιλανθρωπία από τα Lidl», «υπουργός από τα Lidl», «δημοσιογραφία από τα Lidl» κ.λπ. Ο προσδιορισμός «από τα Lidl» λειτουργεί ως μια επικαιροποιημένη –και συγχρόνως πιο εύσχημη– εκδοχή των παραδοσιακών «της πλάκας» ή «του κώλου». Κυκλοφορούν και διάφορα σύντομα ευφυολογήματα που διαιωνίζουν το στερεότυπο, π.χ. «Τροφή σκύλου από τα Lidl, γιατί ποιος χρειάζεται σκύλο;» ή «GPS από τα Lidl, γιατί σημασία έχει το ταξίδι και όχι ο προορισμός».
Στην υποτιθέμενη αθωότητά τους, αυτές οι μεταφορές και τα σχήματα λόγου αναπαράγουν την πιο ωμή ταξικότητα: από τη μια εμείς οι εκλεπτυσμένοι αστοί, που έχουμε την εισοδηματική άνεση να ψωνίζουμε στο γκουρμέ νεομπακάλικο της γειτονιάς – ή έστω σε ένα από τα παλιά καθιερωμένα «ελληνικά» σουπερμάρκετ∙ από την άλλη εσείς η πλεμπάγια που κάνετε χιλιόμετρα για να γλιτώσετε λίγα ευρώ αγοράζοντας σκουπίδια. Ο στιγματισμός των Lidl ως «μπασκλασαρία», ως σουπερμάρκετ που απευθύνονται σε φτωχούς και μετανάστες, δεν προκύπτει μόνο από τις χαμηλές τιμές καθεαυτές, που θεωρούνται αναμφισβήτητο τεκμήριο κακής ποιότητας. Οι εκλεπτυσμένοι μεσοαστοί ενοχλούνται εξίσου από την ανεπεξέργαστη αισθητική των προϊόντων, τις συσκευασίες που δεν είναι όσο διακοσμημένες και φανταχτερές θα ήθελαν, ακόμα και τον τρόπο τοποθέτησης των προϊόντων στα ράφια, που παραπέμπει σε προχειρότητα αποθήκης ή χονδρεμπορίου, χωρίς να «χαϊδεύει» το μάτι. Ακόμα και όταν αναγκάζονται να καταφεύγουν στις υπηρεσίες αυτής της Ryanair των σουπερμάρκετ, που σκανδαλωδώς τολμά να χρεώνει 4 λεπτά την πλαστική σακούλα, πολλοί δεν αντιστέκονται στον πειρασμό της λοιδορίας και της υποτίμησης. Έχουν και ένα πρόσωπο στην κοινωνία να διαφυλάξουν.
Η καταλοιδόρηση των Lidl αποκαλύπτει πολλά για την Ελλάδα της «κρίσης» και την αδράνεια νοοτροπιών που επιμένουν, παρ’ ότι παρήλθαν ανεπιστρεπτί οι εποχές που τις εξέθρεψαν. Προδίδει αρχοντοχωριατιά και ξιπασμένο μανταμσουσουδισμό, που πανικόβλητος ξορκίζει το φάντασμα της επιστροφής στις μίζερες συνήθειες του «λαού»∙ τον πνιγηρό κομφορμισμό τού «τι θα πει ο κόσμος». Θα πουν ότι φτωχύναμε αν μας δουν να βγαίνουμε από τα Lidl μαζί με τον αφρικανό πραματευτή και τη βουλγάρα καθαρίστρια, θα πουν ότι εκπέσαμε κοινωνικά. Αποκαλύπτει ότι, παρά την «κρίση», όχι μόνο δεν έχουμε έρθει πιο κοντά μεταξύ μας, αλλά συνεχώς εφευρίσκουμε και υψώνουμε νέα κοινωνικά τείχη να μας διαχωρίζουν: οι «κανονικοί» και «αυτοί που πάνε στα Lidl». Αυτοί που διέσωσαν στις νέες συνθήκες την κοινωνική τους ταυτότητα, και αυτοί που βούλιαξαν.
Αποκαλύπτει ακόμη την υποκρισία του αφηγήματος που εσχάτως υιοθέτησαν ορισμένες αντιπολιτευτικές ψευδοελίτ: «μας καταστρέφουν, μας φτωχοποιούν, μας ρημάζουν». Οι γνωστές κλαούνες επιστρατεύονται ως αντικυβερνητικό όπλο από τους εκάστοτε ηττημένους: δήθεν δεν έχω λεφτά, δήθεν τη βγάζω δύσκολα, δήθεν δεν μου περισσεύουν. Έχει και έναν αποτροπαϊκό χαρακτήρα τούτος ο δραματικός αυτοοικτιρμός: «να μη μας πιάσει το κακό το μάτι». Η αλήθεια όμως βρίσκει τρόπο και ξεγλιστρά όταν αυθόρμητα θα σου πουν: «σιγά μην πάω στα Lidl να ψωνίσω σκουπίδια, δεν είμαι δα και σε τόση απελπισία».
Η αυτοαναίρεση κορυφώνεται στην έκφραση «φιλελεύθεροι από τα Lidl», που χρησιμοποιούν συχνά οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι σε ενδοοικογενειακές τους διαφωνίες, ποιος την έχει πιο μεγάλη (τη φιλελευθεροσύνη). Η έκφραση είναι οξύμωρη καθ’ ότι ο φιλελευθερισμός, υμνητής του ελεύθερου ανταγωνισμού που συμπιέζει τις τιμές και πλήττει τα καρτέλ, είναι θεωρητικά σύμμαχος μιας επιχείρησης που έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα ολιγοπωλιακά νερά προτείνοντας νέα καταναλωτικά ήθη και επιλογές στα χαμηλά εισοδήματα. Ο φιλελευθερισμός υποτίθεται πως σκέφτεται το πορτοφόλι του φτωχού, δεν τον σνομπάρει στέλνοντάς τον για παντεσπάνι. Απαξιώνοντας τα Lidl ως συνώνυμο της μιζέριας και εμμέσως στιγματίζοντας μια κατηγορία καταναλωτών, οι φιλελεύθεροι είναι σαν να πυροβολούν τα πόδια τους.
Ένα χαζό αστείο θα πει κανείς, πώς κάνεις έτσι, σιγά το πράγμα. Μπορούμε την ίδια στιγμή να ψωνίζουμε από τα φτηνιάρικα σουπερμάρκετ και να κάνουμε την πλάκα μας εις βάρος τους. Στην ίδια λογική, μπορούμε να κανιβαλίζουμε την αναπηρία του Σόιμπλε και συγχρόνως να σεβόμαστε τα δικαιώματα των ΑΜΕΑ. Να αποκαλούμε τους εχθρούς μας «πούστηδες», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουμε πρόβλημα με την ιδιαιτερότητα των ομοφυλόφιλων. Όμως δεν είναι τόσο απλό. Η γλώσσα σχεδόν ποτέ δεν είναι αθώα. Μορφοποιεί και αναπαράγει κοινωνικές διαιρέσεις∙ δεν είναι τόσο ο ομιλητής που μιλάει τη γλώσσα, όσο η γλώσσα που «μιλάει» τον ομιλητή και τον χρησιμοποιεί ως ηχείο για να εγκαθιδρύσει ιεραρχίες δύναμης και εξουσίας.

Γιάννης Μαύρος

Γιάννης Μαύρος. Υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας της Ιστορίας στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά