Σφάλμα
  • JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 7727
Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Από τον εξισλαμισμό της «παλαιστινιακής υπόθεσης» στην αντισιωνιστική συνωμοσιολογία

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Το τέμενος Αλ-Ακσά στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ. Το τέμενος Αλ-Ακσά στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ. Φωτογραφία Αρχείου

Το άρθρο που ακολουθεί, δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Le Figaro (21/4/2016). Εδώ παρατίθεται ύστερα από σχετική παραχώρηση του Pierre-André Taguieff. Αντικείμενο του σχολιασμού είναι η πρόσφατη απόφαση της Ουνέσκο, σύμφωνα με την οποία το Ισραήλ βεβηλώνει το τέμενος Αλ-Ακσά. Στην ίδια απόφαση δεν αναγνωρίζονται οι θρησκευτικοί δεσμοί που ενώνουν τον εβραϊκό λαό με το «Όρος του Ναού». Με αφορμή αυτό το μείζον συμβολικό γεγονός, και προβαίνοντας σε μία συνοπτική διαφωτιστική αναδρομή στο παρελθόν, ο Πιέρ-Αντρέ Ταγκυέφ διαπιστώνει και επισημαίνει, ακόμα μία φορά, τον εξισλαμισμό της «παλαιστινιακής υπόθεσης», καθώς και της αντισημιτικής συνωμοσιολογίας, της συνωμοσιολογικής εβραιοφοβίας, που εκφράζεται μέσω του «αντισιωνισμού».

Για να καταλάβουμε με ποιον τρόπο κατασκευάσθηκε, στην διάρκεια της μετα-ναζιστικής περιόδου, μία νέα αντιεβραϊκή μορφολογία μέσα σε μία Ευρώπη που κηρύσσει τον απροϋπόθετο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρέπει να προβούμε σε κάποιες ιστορικές και γεωγραφικές αναδρομές, με δυο λόγια να εξέλθουμε ταυτοχρόνως από την ευρωπαϊκή ιστορία και την πιο πρόσφατη επικαιρότητα. Σε αυτήν την αναζήτηση, το κόκκινο νήμα αποτελείται από τον αυξανόμενο εξισλαμισμό της εβραιοφοβίας, διαμέσου τής ολοένα αύξουσας θέσης που καταλαμβάνεται από την «παλαιστινιακή υπόθεση», μέσα στο νέο αντιεβραϊκό φαντασιακό, που στο εξής γίνεται αντικείμενο συμμερισμού από μουσουλμάνους και μη-μουσουλμάνους. Έτσι, η «παλαιστινιακή υπόθεση» μεταμορφώθηκε σε αραβο-μουσουλμανική υπόθεση, ως μία επιστροφή στις απαρχές της (τις δεκαετίες 1920 και 1930), ωστόσο διαθέτει ένα εμμονικό σημείο που κατασκευάσθηκε ως απωθητικός μύθος: τον «σιωνισμό», διαβολοποιημένη οντότητα που ανάγεται σε οικουμενικό εχθρό («ο παγκόσμιος σιωνισμός»), και το Ισραήλ, το κράτος που κρίνεται απολύτως παράνομο και πρέπει να καταστραφεί. Ο επανεξισλαμισμός της «παλαιστινιακής υπόθεσης», στην συγκυρία μιας δυναμικής ανόδου του ισλαμισμού στον κόσμο από την δεκαετία του 1990, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή της νέας παγκοσμιοποιημένης εβραιοφοβίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, παλιές αντιεβραϊκές κατηγορίες, μεταφερόμενες από την μουσουλμανική παράδοση, επανενεργοποιήθηκαν και τέθηκαν σε πρώτο πλάνο.Όπως συμβαίνει με το διάσημο χαντίθ του βράχου και του δένδρου, που το βρίσκουμε να παρατίθεται στον Χάρτη της Χαμάς:

 

Έτσι, έστω και αν τα επεισόδια διακρίνονται τα μεν από τα δε, έχοντας ραγίσει η συνέχιση της τζιχάντ λόγω των εμποδίων που έχουν τοποθετήσει εκείνοι που προέρχονται από την μορφολογία του σιωνισμού, το Κίνημα της Ισλαμικής Αντίστασης [Χαμάς] προσδοκά την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού, όσος χρόνος και αν χρειασθεί. Ο Απόστολος του Θεού —ο Θεός να Του δίνει ευλογία και ειρήνη— είπε: «Η Ώρα της Κρίσης δεν θα έρθει πριν οι μουσουλμάνοι πολεμήσουν τους Εβραίους (δηλαδή οι μουσουλμάνοι να τους σκοτώσουν), πριν οι Εβραίοι κρυφτούν πίσω από τις πέτρες και τα δέντρα και οι πέτρες και τα δέντρα φωνάξουν: ‘Μουσουλμάνε, υπηρέτη του Θεού! ΄Ενας Εβραίος κρύβεται πίσω μου, έλα και σκότωσέ τον’. Μόνο ένα δέντρο θα είναι η εξαίρεση, το gharqad [είδος κωνοφόρου] που είναι δέντρο των Εβραίων» (χαντίθ που αναφέρεται από τους αλ-Μπουκχαρί και Μουσλίμ.

 

Στην «αντισιωνιστική» προπαγάνδα ανακυκλώνονται και οι κατηγορίες του φόνου των προφητών, της πλαστογράφησης των ιερών βιβλίων, της εβραϊκής κλίσης προς το ψέμα και στην διασπορά της διαφθοράς και του εμφυλίου πολέμου. Από εδώ απορρέουν και τα αρνητικά στερεότυπα που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης στο διηνεκές: οι Εβραίοι είναι δόλιοι και προδότες (αναφορικά με τις διαφορές μεταξύ του Προφήτη και των Εβραίων της Μεδίνας), άπληστοι και βάναυσοι, εχθροί του Θεού και της ανθρωπότητας, διεφθαρμένοι και διαφθορείς.
Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε το φαινόμενο της πολιτισμικής μεταφοράς των ευρωπαϊκών αντιεβραϊκών θεμάτων στο εσωτερικό του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου, το οποίο, εκκινώντας από το τέλος του 19ου αιώνα, έλαβε μεγάλη έκταση στην Μέση-Ανατολή με την ευκαιρία του αγώνα που ξεκίνησαν οι Άραβες κατά του σιωνισμού την επομένη της Διακήρυξης Μπαλφούρ, στις 2 Νοεμβρίου 1917. Η αραβο-μουσουλμανική άρνηση της δημιουργίας μιας «εβραϊκής εθνικής εστίας» στην Παλαιστίνη ήταν άμεση, και ιδεολογικοποιήθηκε με την προσφυγή σε στερεότυπα και θέματα κατηγορίας δανεισμένα από το ευρωπαϊκό αντισημιτικό σώμα. Πρόκειται για την περίπτωση του θρύλου του «τελετουργικού φόνου», του μύθου της «παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας» ή της πιο πρόσφατης κατηγορίας περί «ρατσισμού», η οποία τροφοδοτεί από την δεκαετία του 1970 την «ναζιστικοποίηση» του Ισραήλ και του σιωνισμού. Λόγω αυτών των συμβολικών επενδύσεων, το συνηθισμένο μοντέλο της ισραηλο-παλαιστινιακής σύγκρουσης, ως μοντέλο αυστηρά πολιτικό και εδαφικό, αποδεικνύεται απατηλό. Η σύγκρουση δεν ανάγεται στην απλή αντιπαράθεση δύο ανταγωνιστικών εθνικισμών, που προϋποθέτουν συγκρούσεις νομιμότητας περισσότερο ή λιγότερο υπερβάσιμες. Είτε το θέλουμε είτε όχι, αυτή τείνει να προσλάβει τη φιγούρα μιας εβραιο-μουσουλμανικής σύγκρουσης.
Όπως το έδειξε ένας ορισμένος αριθμός ιστορικών μελετών, η πρώτη στιγμή της διαδικασίας μετασχηματισμού του παλιού ευρωπαϊκού αντισημιτισμού σε αντισιωνιστική εβραιοφοβία εφοδιασμένη με πολιτικό νόημα τοποθετείται στον Μεσοπόλεμο, και πιο ειδικά στην διάρκεια της δεκαετίας του 1930, όταν η ευρωπαϊκο-χριστιανική αντιεβραϊκή θεματική έρχεται να συντεθεί με τον μουσουλμανικό θεολογικο-θρησκευτικό αντιεβραϊσμό. Τότε είναι που οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, καθοδηγούμενοι από τον Χασάν αλ-Μπάνα, τον «Μεγάλο Μουφτή» της Ιερουσαλήμ και πολλούς άλλους άραβες ηγέτες, όπως τον Ιρακινό Ρασίντ Αλί αλ-Γκαϊλανί, έρχονται σε επαφή με τους ναζί, πριν συνάψουν ορισμένες συμμαχίες που θα αποκαλυφθούν πλήρως στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η εισαγωγή της ευρωπαϊκής αντισημιτικής θεματικής στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, επισφραγισμένης κυρίως με την πρώτη διάδοση των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών και της συνωμοσιολογικής της διάστασης στη Μέση Ανατολή, έλαβε πολιτική σημασία από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, όταν οι ιδεολόγοι του παναραβισμού και του πανισλαμισμού συνέδεσαν το παλαιστινιακό ζήτημα με την αδιαίρετη κατ’ αυτούς «εβραϊκή» και «σιωνιστική» απειλή για τους ιερούς Τόπους του Ισλάμ. Η έμμονη ιδέα των αράβων μουσουλμάνων περιστρέφεται τότε γύρω από την μεταμόρφωση του τεμένους Αλ-Ακσά σε συναγωγή, φήμη η οποία, από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και υπό διάφορες διατυπώσεις, δεν έπαψε να προκαλεί βίαιες εκδηλώσεις, πογκρόμ ή αιματηρές συμπλοκές. Αυτή η ψευδής κατηγορία που φέρεται από το σύνθημα το «Αλ-Ακσά σε κίνδυνο», που εξαπολύθηκε και έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον «Μεγάλο Μουφτή» της Ιερουσαλήμ, ήταν στην αφετηρία της δεύτερης Ιντιφάντα, πριν να επανέλθει το Φθινόπωρο του 2015 προκειμένου να δικαιολογήσει ένα νέο κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων κατά των Ισραηλινών. Στην καταγγελία της «κατοχής» της Ιερουσαλήμ («αλ-Κούντς» ή «αλ-Κοντς»), όπου βρίσκεται ο τρίτος ιερός Τόπος του Ισλάμ, προστίθεται αυτή της «εβραιοποίησης» της υποτιθέμενης μουσουλμανικής πόλης. Στο εξής, η επικαιροποιημένη και κινητοποιητική παραλλαγή του ισλαμιστικού συνθήματος «Με το αίμα θα ξαναπάρουμε το Αλ-Ακσά» συμβαδίζει με την κραυγή «Αλλαχού ακμπάρ». Ο εξισλαμισμός της «παλαιστινιακής υπόθεσης» άγγιξε ένα σημείο μη-επιστροφής. Ο πολλαπλασιασμός των παλαιστινιακών επιθέσεων κατά των Ισραηλινών μας κάνει να σκεφτόμαστε ότι μία τρίτη Ιντιφάντα είναι επί θύραις. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί παλαιστίνιοι ηγέτες ωθούν προς μία ριζοσπαστικοποίηση της αρχόμενης Ιντιφάντα. Στις αρχές Μαρτίου του 2016, ο Αμπού Αχμάντ Φουάντ, αναπληρωτής γενικός γραμματέας του FPLP, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την ιρανική βοήθεια στις οικογένειες των Παλαιστινίων που είναι «υποψήφιοι μάρτυρες»:


Αυτές οι ικανότητες και αυτή η βοήθεια θα προκαλέσουν μία κλιμάκωση της Ιντιφάντα. Ναι. Αυτό θέλουμε. […] Ο υποψήφιος μάρτυρας πρέπει να ξέρει ότι θα φροντίσουμε την οικογένειά του. […] Αυτή η στήριξη θα βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους να συνεχίσουν τη μάχη και τις θυσίες.


Η συμβολική ισλαμο-αραβική προσάρτηση του Τείχους του Ναού αντιπροσωπεύει την τελευταία επιτυχημένη παλαιστινιακή εργαλειοποίηση του ζητήματος της Ιερουσαλήμ. Η διευθυντική επιτροπή της Ουνέσκο, που συνεδρίασε στο Παρίσι, υιοθέτησε στις 12 Απριλίου 2016 μία απόφαση, που προτάθηκε από την Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κανένας θρησκευτικός δεσμός μεταξύ του εβραϊκού λαού και του Όρους του Ναού καθώς και του δυτικού Τείχους (το Τείχος των Δακρύων). Η απόφαση αναφέρεται στο Όρος του Ναού ως τοποθεσία αποκλειστικά μουσουλμανική, γνωστή υπό το όνομα «η πλατεία των Τεμενών». Το κείμενο, που παρουσιάσθηκε από κοινού από την Αλγερία, την Αίγυπτο, τον Λίβανο, το Μαρόκο, το βασίλειο του Ομάν, το Κατάρ και το Σουδάν, κατηγορεί το εβραϊκό κράτος ότι βεβηλώνει το τέμενος Αλ-Ακσά και ότι σκάβει «ψεύτικους εβραϊκούς τάφους» στα μουσουλμανικά κοιμητήρια της Ιερουσαλήμ. Η Γαλλία, μαζί με την Ισπανία, την Σλοβενία, την Σουηδία και την Ρωσία, ψήφισαν υπέρ αυτού του χονδροειδούς προπαγανδιστικού κειμένου. Το οποίο εξαπολύει εκ νέου την πολύ γνωστή συνθηματολογική κατηγορία: αυτή της «εβραιοποίησης» και της «ισραηλοποίησης» της Ιερουσαλήμ, που είναι προνομιακό θέμα της νέας «αντισιωνιστικής» προπαγάνδας. Η κατηγορία διατυπώθηκε ως εξής στις 31 Μαρτίου 2016 από έναν δημοσιογράφο μαχητικό υποστηρικτή της «παλαιστινιακής υπόθεσης», τον Μοχάμεντ Σαλμάουι:


Τι κάνει η Ουνέσκο για τις επιθέσεις στην αρχιτεκτονική και θρησκευτική κληρονομιά της ιερής πόλης της Ιερουσαλήμ; Η εβραιοποίηση και η ισραηλοποίηση του ό,τι είναι αραβικό και μουσουλμανικό εξοργίζει την παγκόσμια κοινή γνώμη γενικά. Εξ άλλου, πολλές είναι οι δηλώσεις που έγιναν εκ μέρους φορέων που είναι γνωστοί για την τυφλή τους πρόσδεση στο Ισραήλ, εκφράζοντας την απόρριψή τους για τις ισραηλινές επιθέσεις στους ιερούς τόπους στην Ιερουσαλήμ, πέραν του ιερού του Αβραάμ (ο Τάφος των Πατριαρχών).


Στις 21 Οκτωβρίου 2015, η Ουνέσκο είχε καταχωρίσει τον Τάφο των Πατριαρχών και τον Τάφο της Ραχήλ, δύο ιερούς εβραϊκούς τόπους στο Ισραήλ, ως μουσουλμανικές τοποθεσίες για το παλαιστινιακό κράτος.
Αυτή η επίμονη φήμη περί μιας εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο να καταστραφεί ένας από τους ιερούς τόπους του ισλάμ εξηγεί την κεντρικότητα και την επάνοδο του ζητήματος της Ιερουσαλήμ στην πολιτικο-θρησκευτική σύγκρουση που αντιπαραθέτει Εβραίους και μουσουλμάνους Παλαιστίνιους. Για την παλαιστινιακή προπαγάνδα και τις ισλαμιστικές παραλλαγές της, παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι προκαλεί μηχανικά την συμπάθεια και την αλληλεγγύη όλων των μουσουλμάνων, είτε είναι σουνίτες, είτε είναι σιίτες, και τους οδηγεί να στρατεύονται «στον δρόμο της τζιχάντ» για την υπεράσπιση του Αλ-Ακσά. Οι ριζοσπάστες ισλαμιστές έχουν ενσωματώσει εδώ και καιρό αυτό το θέμα κατηγορίας στον προπαγανδιστικό τους λόγο για να τροφοδοτούν έναν ριζοσπαστικό και δαιμονολογικό, ισχυρά κινητοποιητικό, αντισιωνισμό. Στην κινητοποίηση των ισλαμιστών και των συμπαθούντων τους (από τους παθητικούς ως τους συνενόχους τους) προστίθεται η κινητοποίηση διαφόρων πολιτικών κύκλων, από τις ριζοσπαστικές αριστερές μέχρι την πλειοψηφία των νεοφασιστικών ή νεοναζιστικών ομάδων, υπέρ της «παλαιστινιακής υπόθεσης», στην βάση δαιμονοποίησης του «σιωνισμού» και του Ισραήλ.
Ο εξισλαμισμός της «παλαιστινιακής υπόθεσης» είναι σε διαρκή επιτάχυνση από τότε που δημιουργήθηκε η Χαμάς, τον Δεκέμβριο του 1987, που της προσέδωσε οργανωτική μορφή. Χρειάζεται, άραγε, να θυμίσουμε το άρθρο 13 του Χάρτη της Χαμάς, που δημοσιεύθηκε στις 18 Αυγούστου του 1988: «Μόνο με την τζιχάντ θα υπάρξει λύση στην παλαιστινιακή υπόθεση». Αυτός ο τζιχαντιστικός εξισλαμισμός έχει αποτέλεσμα να μετατρέπει μία πολιτική και εδαφική σύγκρουση σε έναν ατελεύτητο πόλεμο, τροφοδοτούμενο από εθνοτικο-θρησκευτικά πάθη που απαγορεύουν την αναζήτηση του συμβιβασμού, ο οποίος, μόνος αυτός, μπορεί να εγγυηθεί μία βιώσιμη ειρήνη μεταξύ Εβραίων και Παλαιστινίων (και γενικότερα των Αραβο-μουσουλμανικών κρατών).
Μετά από δεκαετίες τριτοκοσμικών, αντι-ισραηλινών και αμερικανόφοβων ονειρώξεων, οι Γάλλοι διανοούμενοι ήρθαν αντιμέτωποι με την σκληρή ιστορική πραγματικότητα μέσα από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, τις σφαγές που έγιναν στο όνομα του ισλάμ στην Συρία και το Ιράκ ή τις επιθέσεις στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 2015 και τον Νοέμβριο του ιδίου έτους. Αυτή η απότομη αφύπνιση οδήγησε κάποιους από αυτούς να αρνηθούν, να ελαχιστοποιήσουν ή να σχετικοποιήσουν τα γεγονότα που δεν εγγράφονται στον δικό τους ορίζοντα προσδοκιών. Από εδώ απορρέει η συνωμοσιολογική εκτροπή. Αν το θέαμα του κόσμου δεν απεικονίζει τον πίνακα που έχουμε γι αυτόν, αν του αντιτίθεται, τότε μεγάλος είναι ο πειρασμός της προσφυγής στις «θεωρίες της συνωμοσίας», οι οποίες παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι μοιάζουν να εξηγούν ό,τι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε και συντηρούν έτσι τα ιδεολογικά δόγματα και την φαινομενική τους συνοχή. Οι αρνητές των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου έδειξαν τον δρόμο.
Οι σημερινοί συνωμοσιολόγοι εφαρμόζουν τα ίδια ερμηνευτικά σχήματα στα γεγονότα που ενοχλούν ή αντιτίθενται στην κοσμοαντίληψή τους. Για παράδειγμα, αποδίδουν την εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) σε μία τεράστια «σιωνιστική» συνωμοσία που αποσκοπεί στο να αποδυναμώσει τα αραβικά κράτη και να θέσει σε δυσκολία το Ιράν. Ή υποστηρίζουν ότι οι φονικές επιθέσεις του Ιανουαρίου και του Νοεμβρίου 2015 είναι το αποτέλεσμα μηχανορραφιών των μυστικών υπηρεσιών, στις οποίες η Μοσσάντ κατέχει περίοπτη θέση. Στις νέες συνωμοσιολογικές αφηγήσεις, τα συμφέροντα που αποδίδονται στους «σιωνιστές» λειτουργούν όπως τα «ταξικά συμφέροντα» στην μαρξιστική βουλγκάτα, ή τα «φυλετικά συμφέροντα» στα κλασικά ρατσιστικά δόγματα. Με τον τρόπο αυτό, οι «αντισιωνιστές» που επικαλούνται τον αντιρατσισμό επανεπινοούν έναν καθαρά ρατσιστικό τρόπο κατηγορίας.

 

 μετάφραση-επιμέλεια: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά