Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Blitz: η απόδραση του νοήματος

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Ιορδάνης Κουμασίδης Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες Κριτική θεάτρου web only
Από την αφίσα για την παράσταση των Bliz. Από την αφίσα για την παράσταση των Bliz. Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Blitz, 6 a.m. How to disappear completely, Θεατρική παράσταση που ανέβηκε από τις 8 Οκτωβρίου στη Στέγη Γραμμάτωνκαι Τεχνών και στη συνέχεια θα μεταφερθεί σε διάφορες άλλες σκηνές - με πρώτη, τη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης.

 

Συγκαταλέγομαι στους θεατές που εκτιμούν τους καλλιτεχνικούς πειραματισμούς και τις μεταμοντέρνες προσπάθειες διάρρηξης των καθιερωμένων. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθώ να πιστεύω πως οι καθιερωμένες φόρμες μπορούν να σπάζουν, να αμφισβητούνται, να εκτρέπονται μόνο από όσους τις κατέχουν σε επαρκή βαθμό και συνάμα διαθέτουν ένα σχέδιο. Ειδάλλως απλώς επιστρέφουμε σε ένα αφελή αυθορμητισμό και σε κακέκτυπα του σουρεαλισμού.

 Οι Blitz είναι κατά γενική ομολογία η πιο αναγνωρίσιμη ελληνική θεατρική ομάδα στο εξωτερικό. Hπαράσταση τους 6 a.m. How to disappear completely που μόλις τελείωσε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, αποτελεί επί της ουσίας μια εικαστική, αρχιτεκτονική, οπτική περφόρμανς. Εάν την αντιληφθεί κανείς έτσι, αξίζει όντως να κριθεί ως αξιολογότατη. Πράγματι, το σκηνικό και τα εφέ είναι εντυπωσιακά, καλοστημένα, λειτουργικά και δημιουργούν εικόνες που συγκροτούν μια ενδιαφέρουσα εικαστική σύλληψη (σε πολλά σημεία, η εικονοποιητική αισθητική νομίζω πως συνδιαλέγεται με την Πρωϊνή περίπολο του Νίκου Νικολαϊδη). Πέραν όμως τούτου, ουδέν: Η απουσία σημαινόμενου δεν είναι απλώς εμφανής, είναι κραυγαλέα, καθώς η παράσταση σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί θέατρο. Και τούτο δεν σημαίνει πως εννοούμε ή επιθυμούμε το θέατρο μόνο στην κλασική του εκδοχή (σκηνή, πράξη, σύγκρουση κ.ο.κ.) ούτε αφορά στην έλλειψη κειμένου. Το μείζων ζήτημα εδώ είναι η απουσία λόγου, λόγου με την έννοια του νοήματος. Ο λόγος μπορεί να είναι απών, όπως συμβαίνει στο σωματικό θέατρο, σε πάρα πολλές performance του οποίου κατά τις οποίες σωματικοποιείται∙ το νόημα όμως όχι. Στην περίπτωση που συζητάμε, ο λόγος οπτικοποιείται. Δεκτόν ως αισθητική προσέγγιση. Μπορεί όμως ένα νόημα οπτικοποιημένο να δικαιολογήσει μια παράσταση εβδομήντα λεπτών; Και επιπλέον, ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος του ηθοποιού; Οι ηθοποιοί στο 6 a.m. How to disappear completely αναγκάζονται να τρέχουν διαρκώς επάνω στη σκηνή σχεδόν σαν μηχανές, επί της ουσίας σαν κενά σημαινόμενα.

Στην παράσταση εν τούτοις, χρησιμοποιούνται ως ελάχιστη ‘‘κειμενική’’ βάση  ποιητικά αποσπάσματα του Χαίλντερλιν, ξεπερνώντας άκριτα το γεγονός πως η ποίηση κατά βάση δεν μεταφράζεται γιατί συνήθως γίνεται στεγνή, βαρετή. Επιπλέον, οι στίχοι μεταφράζονται (από την ήδη μετάφραση;) στους υπέρτιτλους σε απλοποιημένα αγγλικά. Θα μπορούσε να πει κανείς πως δίδεται το στίγμα και ενός γλωσσικού πειραματισμού. Σε κάθε περίπτωση, ο λιγοστός αυτός λόγος μοιάζει εντελώς ασύνδετος με τα επί σκηνής τεκταινόμενα. Έχουμε άλλωστε την εμπειρία από performancesμε ελλειπτικό έως ανύπαρκτο κείμενο που κατόρθωναν να καθηλώσουν τους θεατές (ενδεικτικά μόνο αναφέρω τις δουλειές της ομάδας Μουσείο Magπου, δυστυχώς, δεν δραστηριοποιείται πια) και μάλιστα με μηδαμινά τεχνικά μέσα. Ο μοναδικός γλωσσικός πειραματισμός που επισημαίνουμε στο δημιούργημα των Blitz είναι η θεώρηση της εικόνας ως γλώσσας.

Στο 6 a.m. How to disappear completely παρουσιάζεται μια δυστοπία, ενός περίκλειστου, μετά-βιομηχανικού κόσμου και οι απέλπιδες προσπάθειες ορισμένων ανθρώπων – δεν αντιλήφθηκα πού ακριβώς γίνεται αντιληπτό ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι καλλιτέχνες- να εναντιωθούν σε κάτι υψηλό, εξουσιαστικό. Παρ’ όλα αυτά, στο έντυπο πρόγραμμα προβάλλεται η έννοια της ουτοπίας. Δεν μπορώ παρά να σημειώσω εδώ, πως η ουτοπία, για την ακρίβεια οι ουτοπίες, ξεκινούν από τη μορφή μυθιστορημάτων για να καταλήξουν μετέπειτα ω γεννήτριες πολιτικών θεωριών. Η ουτοπία, ως κάτι ανεικονικό, αναδύεται, παρίσταται λοιπόν συνήθως από τον λόγο. Στην παράσταση καταλήγει στην εικόνα (ή μήπως εκκινεί από αυτήν, επομένως είναι δεδομένη ή αυτοσκοπός;), υποδυόμενη ότι περνά μέσα από τον λόγο. Προκύπτει λοιπόν, λογικά, το ερώτημα: η εν λόγω παριστώμενη ουτοπία δεν έχει ανάγκη πια τον λόγο; Ή ο στόχος της σκηνοθεσίας και της δραματουργίας είναι απλώς να την χωρικοποιήσει;

Ο θεατής της παράστασης έχει δύο οδούς για την κατανόησή της: να ενημερωθεί από πριν για το περιεχόμενό της είτε να προσέλθει ανυποψίαστος. Εάν επιλέξει να μην διαβάσει από πριν το έντυπο πρόγραμμα, δύσκολα βγάζει άκρη για τα τεκταινόμενα. Εάν έχει προστρέξει σ’ αυτό, μάλλον του προκαλείται μεγαλύτερη σύγχυση στην προσπάθεια να ανακαλύψει τις κωδικοποιήσεις και τις συνομιλίες όσων αναφέρονται σε αυτό με τα επί σκηνής (Χαίλντερλιν, φουτουρισμός, ουτοπίες, Στάλκερ, Αρκάντι και Στρουγκάτσι, Vito Acconci, Ζυλ Ντελέζ διαβάζω στο έντυπο –  αρκετά εντυπωσιακές αναφορές για τη διάρκεια εβδομήντα λεπτών). Σε γενικές γραμμές, η performance μοιάζει να μην αποκρίνεται σε κανένα θεωρητικό σχήμα. Είναι αυτή η πρόθεσή της; Η μεταμοντέρνα αισθητική, άλλωστε, επιδιώκει να διαρρήξει τις κατατάξεις. Η τέχνη, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί επιπλέον, δεν υπάρχει για να υπαχθεί σε κάποια θεωρία, ούτε οι θεωρίες γεννούν τέχνη σαν μια εξασφαλισμένη, θετικιστική και αναπαραγόμενη αιωνίως συνταγή. Σύμφωνοι. Αλλά συνήθως μια ιδιαίτερη, αναγνωρίσιμη αισθητική, γνωρίζει προς τα πού κινείται.

Μετά τον αθεράπευτο νοσταλγικό παλαιοελληνισμό της διεύθυνσης Χατζάκη στο ΚΒΘΕ και στο Εθνικό, όντως έχουμε ανάγκη από πειραματισμούς που θα κινήσουν το ενδιαφέρον μας. Δεν γνωρίζω κατά πόσο σε αυτούς τους γόνιμους πειραματισμούς συγκαταλέγεται μια visual performance, μια αισθητική πράξη ‘’κινητική’’, και σε ένα βαθμό μετα-εννοιολογική. Περισσότερο μου μοιάζει με μια άσκηση οπτικού ύφους, άρτιου εν τέλει, αλλά αποκλειστικά ύφους.

Επιμύθιο: η μορφή, η φόρμα καθεαυτή δεν σώζει.

 

 

 

Ιορδάνης Κουμασίδης. Διδάκτωρ πολιτικής φιλοσοφίας και φιλοσοφίας της τέχνης, συγγραφέας. Σε λίγο θα κυκλοφορήσει το βιβλίο του, Δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά